Δημήτρης Στεμπίλης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού, σε μια τόσο ιδιαίτερη και έκτακτη συνθήκη, δόθηκε η ευκαιρία οι βασικοί θεσμοί που λειτουργούν σε όλα τα κράτη ανά την υφήλιο να δείξουν την ετοιμότητά τους, τα αντανακλαστικά τους, την προσήλωσή τους στο υπέρτατο αγαθό της ανθρώπινης ζωής, την πίστη στην επιστήμη, καθώς και την προσαρμοστικότητα στη νέα πραγματικότητα. Κι όλα αυτά υπό τη δαμόκλειο σπάθη του αόρατου εχθρού που παραμονεύει και απειλεί ανά πάσα στιγμή να επιτεθεί και να καταστρέψει.

Στον δυτικό, αλλά και ευρύτερα στον χριστιανικό κόσμο, ένας τέτοιος θεσμός-πυλώνας των κοινωνιών είναι αυτός της Εκκλησίας, που συνδέεται με την αλληλεγγύη, την αλληλοβοήθεια και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο ανεξαρτήτως χρώματος, φυλής και τάξης, παρά τις όποιες καθεστωτικές στρεβλώσεις ή αποκλίσεις, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλους τους θεσμούς που έχουν μαζική συμμετοχή και απήχηση. Ειδικά η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία έχει διατηρήσει στους αιώνες έναν χαρακτήρα ο οποίος υπαγορεύεται μεν από τις Γραφές και τις αποφάσεις των Αποστολικών Κανόνων και των Ιερών Συνόδων, ωστόσο η λαϊκότητά της, αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον όρο, την έκανε πιο «γήινη», χωρίς να αλλοιώνεται ο μεταφυσικός και μυστηριακός – πνευματικός της χαρακτήρας.

Από τον πρώτο εγκλεισμό του Μαρτίου του 2020 είδαμε ότι η Εκκλησία της Ελλάδος κράτησε μια επαμφοτερίζουσα στάση ως προς τη διάθεση συμμόρφωσης στα κυβερνητικά μέτρα σε σχέση με τον κορονοϊό. Και όχι μόνον αυτό, αλλά κάποιοι ιεράρχες υπερέβησαν τα εσκαμμένα των επιστημονικών συστάσεων, με αποτέλεσμα ιερείς και ποίμνιο να νοσήσουν εξαιτίας αυτής της à la carte συμμόρφωσης, που συνοδευόταν πάντα με ένα «ναι μεν αλλά». Και δεν αναφέρομαι σε γνωστούς ακραίους, αλλά σε φωτισμένους και εχέφρονες ιεράρχες ή απλούς κληρικούς, χωρίς βέβαια να λείπουν οι εξαιρέσεις, που διατράνωσαν την ανάγκη τήρησης των μέτρων για την προστασία όλων.

Από την άλλη πλευρά, η συντηρητική –πολιτικός ο όρος– κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας προσπάθησε από την αρχή να υπάρξει συνεννόηση και καταλλαγή των ακραίων φωνών, αφού το εκκλησιαστικό ποίμνιο αποτελεί μεγάλη δεξαμενή ψηφοφόρων, με την πίεση μάλιστα για συμπόρευση με τις επιταγές της Εκκλησίας να είναι μεγαλύτερη για τους βουλευτές της ελληνικής επαρχίας. Παρ’ όλα αυτά τα ζητήματα, βρέθηκε έστω και επικοινωνιακά μια φόρμουλα συγκατάνευσης, με την Εκκλησία να βάζει νερό στο κρασί της και τους κυβερνώντες να αναστενάζουν με ανακούφιση κάθε φορά που βρισκόταν λύση.

Κι ενώ φτάσαμε με αίσιο τρόπο στα Χριστούγεννα και με μοναδικό, αλλά ξεθυμασμένα, επίδικο τη θεία μετάληψη, ξαφνικά προέκυψε θέμα με το άνοιγμα των εκκλησιών για τα Θεοφάνεια. Η στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος φάνηκε σκληρή, ενώ τη στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές και με αφορμή μια σύντομη συνομιλία του πρωθυπουργού, κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κ. Ιερώνυμο, στην τελετή ορκωμοσίας των νέων υπουργών στο Προεδρικό Μέγαρο, φαίνεται ότι αποκαθίστανται οι δίαυλοι επικοινωνίας.

Όποια όμως κι αν είναι τελικά η έκβαση, καλό για όλους μας θα ήταν η Εκκλησία της Ελλάδος να επαναπροσδιορίσει τη στάση της για τα κοσμικά. Ο εμβολιασμός του Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, κ. Ιερόθεου, ως εκπροσώπου του Αρχιεπισκόπου και της Εκκλησίας της Ελλάδος σηματοδοτεί μια εξαιρετικά υψηλής σημασίας συμβολική κίνηση. Ωστόσο, χρειάζεται να εμπεδωθεί ότι η ευκαιρία της Ελλαδικής Εκκλησίας να αγκαλιάσει περισσότερους πιστούς μπορεί να χαθεί. Ο εγωισμός για τον οποίο κατηγορεί ο Πάπας Φραγκίσκος όποιον δεν τηρεί μέτρα –και έχει δίκιο– δεν πρέπει στον τελικό απολογισμό να αποδοθεί ως σύμπτωμα συλλήβδην στους χριστιανούς ορθόδοξους.

Η Εκκλησία της Ελλάδος πρέπει να σταματήσει να είναι φοβική, όχι μόνον στο ζήτημα του κορονοϊού –που μόνον να κερδίσει θα είχε- αλλά και στο επίσης θεμελιώδες ζήτημα του χωρισμού κράτους – Εκκλησίας. Αφού δεν μπορεί η πολιτεία μέχρι σήμερα να έχει αυτήν την πρωτοβουλία και τα «άσπρα πιόνια», ας το κάνει η Εκκλησία. Αλλιώς θα δικαιώσει όλους αυτούς που την κατηγορούν ότι ενδιαφέρεται μόνον για τα του οίκου της.

Ας αναλογιστούμε λοιπόν ότι αποτελεί μεγάλη ευκαιρία με αξιακό συμβολισμό η ανακατεύθυνση με αφορμή τα Θεοφάνεια. Η εκκλησιαστική ιεραρχία και οι ιερείς οφείλουν να καταδείξουν ότι δεν είναι μόνον οι «καλοί αγωγοί» του Θείου Φωτός προς τους πιστούς, αλλά και οι αντάξιοι δέκτες του.