ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μανώλης Χαιρετάκης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Paolo Monelli, συγγραφέας της καλύτερης ίσως βιογραφίας του Μουσολίνι, έγραφε: «Οι Ιταλοί έβλεπαν τον Μουσολίνι μονάχα σαν τενόρο για τον οποίο παραληρούσαν, όπως πριν με τον Καρούζο και τον Ταμάνιο. Οπως συνήθως συμβαίνει με τους τενόρους, απολάμβαναν τις νότες και τη μελωδία, χωρίς να δίνουν καμία σημασία στα λόγια, μα αν είχαν ακούσει τα λόγια πολύ πιο προσεκτικά, δεν θα είχαν εκπλαγεί για την καταστροφή που επακολούθησε. Ο συγκεκριμένος τενόρος την είχε προαναγγείλει».

Σήμερα γελάμε όταν τον βλέπουμε σε παλιές ταινίες επικαίρων. Κατά πάσα πιθανότητα, ο θεατρινισμός του ήταν σαν κάποια κρασιά που δεν βαστάνε πολύ ή που χαλάνε με τη μεταφορά, αλλά που είναι πολύ καλά όταν καταναλωθούν το έτος της παραγωγής τους, εκεί που παρασκευάστηκαν.

Η τεχνική του Μουσολίνι ήταν φαντασμαγορική, νεανική, γελοία, αλλά πολύ αποτελεσματική. Αρεσε πολύ στο ακροατήριό του, τις μάζες των πληβείων και των αγράμματων από τις οποίες είχε προέλθει, τους Ιταλούς των χωριών και της εξοχής που ασπάζονταν την πατριαρχία, που αναπολούσαν για την ειρήνη που είχαν ζήσει και που χάθηκε με τη βιομηχανική επανάσταση και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τους «μισαλλόδοξους και αντιδραστικούς μικροαστούς», όπως τους αποκαλούσε ο Mario Missiroli, που ήθελαν να ασχολούνται με τις μικρο-υποθέσεις τους και να αφήσουν άλλους να λύσουν τα τεράστια προβλήματα, τους μισοψημένους διανοούμενους και τους απογοητευμένους εθνικιστές που αισθάνονταν ταπεινωμένοι, ζώντας σε μια τριτοκλασάτη χώρα που διέθετε ένα πρωτοκλασάτο όνομα, μια χώρα που τη νικούσαν πολύ λιγότερο ένδοξοι μα περισσότερο αποτελεσματικοί ανταγωνιστές.

Οι διαστρεβλωμένες του απόψεις και τα αφηγήματά του γέμιζαν τις εφημερίδες, τις αφίσες, το ραδιόφωνο, τα κινηματογραφικά έργα, τα βιβλία, τα περιοδικά, ακόμα και τις συζητήσεις μεταξύ αγνώστων. Με τέτοιες μαζικές επιθέσεις, δεν αποτελεί έκπληξη ότι η πλειονότητα του δέσμιου ακροατηρίου του πίστευε τα περισσότερα από αυτά που ο ίδιος ήθελε να πιστεύουν.

Του ίδιου του άρεσε ένα καλό σόου, απολάμβανε μια καλή στρατιωτική παρέλαση, έπαιρνε θάρρος από την επιθεώρηση του στόλου και δύναμη από μια ομιλία του σε μια παραγεμισμένη πλατεία. Ο ίδιος πίστευε τα ίδια του τα σλόγκαν. Θαμπωνόταν από τα χαλκευμένα στατιστικά στοιχεία, τον συνάρπαζαν οι κομπασμοί, έφτανε να κλαίει με την ίδια του τη ρητορεία. Ο Μουσολίνι μπέρδευε το φαίνεσθαι με την πραγματικότητα, το επίχρισμα με το πραγματικό ξύλο που αυτό κάλυπτε. Για τον ίδιο αλήθεια ήταν αυτό που έμοιαζε ότι είναι και αυτό που άρεσε στους περισσότερους να πιστεύουν.

Η παράστασή του (το σόου που έστηνε) ήταν πάντοτε καινούργια και εκθαμβωτική. Μόνο με το να κρατά το ακροατήριό του να τον προσέχει, να συγκλονίζεται από τα λόγια του, να τρομάζει και να απορεί, αλλά και να διασκεδάζει, μπορούσε να τους κάνει να ξεχάσουν τη θυσία των ελευθεριών του και την άθλια φτώχεια του, να φτιάξει μια συμπαγή πλειοψηφία υπέρ του, να αποκαρδιώσει και να κρατά διαιρεμένη την αντιπολίτευση, να εξασφαλίζει την ηρεμία στο εσωτερικό και να διαθέτει κύρος στο εξωτερικό.

Μεγάλο μέρος από αυτούς τους θεατρινισμούς τούς ζητούσε το ίδιο το ακροατήριο και για μεγάλο χρονικό διάστημα έπρεπε να τους μεταδώσει τα ίδια τα ψέματα που ανέμενε το ίδιο το ακροατήριο, τους μύθους που το ίδιο ήθελε να πιστεύει με επιτακτικό τρόπο, σε μια κρίσιμη και δραματική φάση της ιστορίας του, όπως ακριβώς και ο χαρακτήρας που υποδυόταν δεν ήταν δικής του αποκλειστικά επιλογής, αλλά αυτό που περίμεναν πολλοί Ιταλοί, η ενσάρκωση των κρυφών τους επιθυμιών, που κατεύναζε τις μύχιες αγωνίες τους.

➤ Από το βιβλίο «Οι Ιταλοί», του Luigi Barzini.

* ομότιμος καθηγητής Τμήματος ΕΜΜΕ Πανεπιστημίου Αθηνών