Κάποτε θα μιλάμε γι’ αυτό το καλοκαίρι ως το ορόσημο μιας νέας εποχής. Το καλοκαίρι του 2020. «Το καλοκαίρι εκείνο» θα λέμε πως επιτέλους οι άνθρωποι φόρεσαν τις μάσκες που όλο υποπτευόμασταν πως υπήρχαν αλλά ήταν αόρατες. Απαγορευόταν διά νόμου να αγγίζονται, να ερωτεύονται, να φιλιούνται, να περπατούν χέρι χέρι στον δρόμο. Απαγορευόταν να ταξιδεύουν. Το σπίτι τους έγινε το κάστρο τους, οι οθόνες των υπολογιστών έγιναν οι πολεμίστρες τους και από κει εξαπέλυαν κανονιοβολισμούς σοφίας, ανοησίας, μίσους, αγάπης και άλλων συναισθημάτων.
Κανείς δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί εύκολα στη νέα κατάσταση. Αλλοι λύγισαν κι άλλοι περήφανα δήλωναν πως άντεχαν και δεν τους σκιάζει φοβερά καμιά. Την πιο φυσιολογική συμπεριφορά είχαν τα παιδιά και τα ζώα. Μαθημένα να εξουσιάζονται, θεώρησαν πως είναι ακόμα ένα παιχνίδι των μεγάλων και αδιαφορούσαν για τούτες τις αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές τους.
Η μοναξιά είχε αρχίσει να εγκαθίσταται ύπουλα, περνώντας μέσα από τις χαραμάδες.
Στον λαβύρινθό της μπλέχτηκαν πολλοί εκείνο το καλοκαίρι, κι ο Παζ ως μέγας προφήτης τούς έλεγε: Η ζωή είναι αποκοπή απ’ αυτό που ήμασταν και βάπτισμα σε αυτό που θα γίνουμε, σε ένα πάντα παράδοξο μέλλον. Η μοναξιά είναι ο έσχατος κύκλος της ανθρώπινης μοίρας.
Αυτό που έλειψε περισσότερο, θα λένε οι ιστορικοί των καιρών, ήταν το χαμόγελο. Και γιατί δεν το βλέπαμε κάτω από τις μάσκες και γιατί δεν το νιώθαμε. Ερχονταν ένα δύσκολο φθινόπωρο και ένας δυσανάγνωστος χειμώνας. «Πώς θα ζήσουμε;», ρωτούσαν όλοι. Ερχονται τα εμβόλια, έλεγαν κάποιοι αισιόδοξοι, η κυβέρνησή μας έδωσε παραγγελίες, θα δείτε, όλα θα πάνε καλά. Μα τι ωραίοι άνθρωποι ήταν αυτοί οι αισιόδοξοι, έδωσαν δύναμη στους αδύναμους.
Χθες βρήκα έναν τέτοιο στην προκυμαία του λιμανιού. Τραγουδούσε: Εχω μια βάρκα, μια βάρκα με πανιά, και μια μικρή στην Κοκκινιά. Εχω μια βάρκα, μια βάρκα που χωρά πέντε φιλιά και μια χαρά. Μια πίκρα σαν θα πάρει, θα γείρει, θα μπατάρει.
Οι περαστικοί τον κοιτάζαμε σαν να κατέβηκε από άλλο πλανήτη.
«Το καλοκαίρι εκείνο του 2020», θα λέμε, το καλοκαίρι που οι άνθρωποι έβαλαν ένα μεγάλο στοίχημα με τον εαυτό τους: να μάθουν τη ζωή αλλιώς για να επιβιώσουν. Τα κατάφεραν, δεν τα κατάφεραν, θα δείξει. Τι να πει κι η χρονογράφος, η ζωή ξεπερνά κάθε φαντασία.
