Η συμφωνία μεταξύ Ισραήλ και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων για πλήρεις διπλωματικές σχέσεις αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού στη Μέση Ανατολή αλλά και στη Μεσόγειο. Οι αλλαγές αυτές αφορούν τέσσερα διαφορετικά πεδία.
Πρώτον, επηρεάζει το πεδίο της συγκρότησης δύο βασικών συμμαχιών στη Μέση Ανατολή. Από τη μία, η συμμαχία του Ιράν με το Κατάρ, το ασαντικό καθεστώς στη Συρία, το υπό σιιτικό έλεγχο Ιράκ, τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο, τους Χούθι στην Υεμένη και τη Χαμάς στη Γάζα. Από την άλλη, η αντι-ιρανική συμμαχία του Ισραήλ και των ΗΠΑ με τα Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο και ώς έναν βαθμό το Κουβέιτ. Η ομαλοποίηση των σχέσεων Ισραήλ και Εμιράτων ενδυναμώνει πολιτικά τη δεύτερη συμμαχία και προσφέρει επιχειρησιακές δυνατότητες στο Ισραήλ πολύ κοντά στο έδαφος του Ιράν. Βέβαια εντός και των δύο συμμαχιών υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και αντιφατικές θέσεις. Για παράδειγμα τα Εμιράτα συνεχίζουν να παρέχουν φιλοξενία σε πλήθος ιρανικών εταιρειών που παρακάμπτουν έτσι τις αμερικανικές κυρώσεις και βέβαια σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελε η εμιρατινή μοναρχία μια ανοικτή στρατιωτική αναμέτρηση με την Τεχεράνη. Στη δεύτερη συμμαχία υπάρχουν μέλη που υποστηρίζουν ή που προέρχονται από τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, όπως το Κατάρ και η Χαμάς, και μέλη που είναι ορκισμένοι εχθροί τους, όπως ο Ασαντ.
Δεύτερον, η συμφωνία δημιουργεί νέα δυναμική στις σχέσεις του αραβικού κόσμου με το Ισραήλ. Μια σειρά από χώρες όπως το Μαρόκο, η Τυνησία, η Μαυριτανία και το Κουβέιτ είναι έτοιμες, με την απενοχοποίηση που τους παρέχει η κίνηση των Εμιρατινών πριγκίπων, να αποχαιρετήσουν το ήδη παροπλισμένο άρμα της αραβο-ισραηλινής διαμάχης και του Παλαιστινιακού Ζητήματος και να προσχωρήσουν σε μια συμμαχία με το Ισραήλ και τις συντηρητικές μοναρχίες του Κόλπου, προσδοκώντας οικονομικά οφέλη και καθεστωτική σταθερότητα.
Μια τέτοια δυναμική στις αραβο-ισραηλινές σχέσεις θα δείξει το αδιέξοδο των στρατηγικών της «αραβικής ενότητας» και θα οδηγήσει σε αλλαγή παραδείγματος του παλαιστινιακού αγώνα από διεθνές ζήτημα σε ζήτημα πολιτικών δικαιωμάτων που θα διεθνοποιηθεί (αντι-απαρτχάιντ κίνημα στη Ν. Αφρική) και βέβαια σε αλλαγή της παλαιστινιακής ηγεσίας ώστε να μπορεί να υπηρετήσει το νέο παράδειγμα. Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να αποδυναμώσει το Ισραήλ και εσωτερικά και σε διεθνές επίπεδο.
Τρίτον, η συμφωνία αλλάζει τους συσχετισμούς στην Αραβική Χερσόνησο. Τα Εμιράτα είναι η πιο ισχυρή οικονομικά χώρα στην Αραβία με έναν πολύ δυναμικό στρατιωτικό ακτιβισμό στην Υεμένη και τη Λιβύη και με έντονο πολιτικό ρόλο στη Συρία και στον Λίβανο. Η επιλογή τους για συμφωνία ομαλοποίησης με το Ισραήλ μπορεί να αποδοθεί στις δύσκολες εποχές που έρχονται για τα κράτη-εισοδηματίες των υδρογονανθράκων και στην ανάγκη για διεθνή στηρίγματα. Μπορεί επίσης να αποδοθεί στην εκδηλωμένη πρόθεση των Εμιρατινών πριγκίπων, μέσω επίδειξης ήπιας και σκληρής ισχύος, να αναλάβουν την ηγεσία της υποπεριφέρειας του Κόλπου και της Αραβικής Χερσονήσου, σε μια στιγμή που η Σαουδική Αραβία δεν βρίσκεται στα καλύτερά της και οι ΗΠΑ αναζητούν ακόμη ένα φερέγγυο στήριγμα στην περιοχή.
Το τέταρτο πεδίο είναι αυτό της Ανατολικής Μεσογείου. Η Τουρκία, αν και δεν αποτελεί μέρος της φιλο-ιρανικής συμμαχίας, έχει στενές σχέσεις με το Κατάρ, καθώς από κοινού υποστηρίζουν τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και την κυβέρνηση της Τρίπολης στη Λιβύη, υποστηρίζει σθεναρά την παλαιστινιακή οργάνωση Χαμάς και βρίσκει τρόπους συνεννόησης με την Τεχεράνη, παρά τις αντίθετες θέσεις τους στη Συρία. Η ομαλοποίηση των σχέσεων Τελ Αβίβ και Αμπου Ντάμπι θα οδηγήσει στην ενίσχυση των δυνάμεων της Ανατολικής Λιβύης και θα αναβαθμίσει τη θέση της Αιγύπτου. Η ενίσχυση της πλευράς της Ανατολικής Λιβύης πιθανόν να δημιουργήσει ισορροπία με τις υποστηριζόμενες από την Τουρκία και το Κατάρ δυνάμεις της κυβέρνησης Σαράτζ και να οδηγήσει σε de facto διχοτόμηση της χώρας.
Βλέποντας τις αλλαγές αυτές από την πλευρά των ελληνικών θέσεων, θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη τις εσωτερικές αντιφάσεις των μεσανατολικών συμμαχιών καθώς και το γεγονός ότι τα βασικά ζητήματα ασφάλειας των χωρών αυτών δεν συμπίπτουν με αυτά της Ελλάδας. Την περίοδο 2015-2018 είχε διαμορφωθεί, με ελληνική πρωτοβουλία, ένα πλαίσιο διαλόγου μεταξύ της Ανατολικής Μεσογείου, των Βαλκανίων και του Κόλπου μέσω της συνδιοργάνωσης με τα Εμιράτα της Διεθνούς Συνάντησης για τον Θρησκευτικό Πλουραλισμό στη Μέση Ανατολή και με τη συμμετοχή τους στη διαδικασία στρατηγικού διαλόγου της Ρόδου. Η ήπια ισχύς, οι διαμεσολαβητικοί/διαπεριφερειακοί ρόλοι και η αποφυγή εμπλοκής στις μεσανατολικές διαμάχες είναι ο μόνος δρόμος για να επωφεληθεί η Ελλάδα από τις αλλαγές στην περιοχή αυτή.
*Αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, www.cemmis.edu.gr
