ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βιβή Κεφαλά*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι αραβικές εξεγέρσεις του 2011 ανέτρεψαν παγιωμένες ισορροπίες δεκαετιών, σε εσωτερικό, ενδοαραβικό και περιφερειακό επίπεδο, χωρίς να καταφέρουν να ικανοποιήσουν τα βασικά αιτήματα των διαδηλωτών για εκδημοκρατισμό και ανάπτυξη. Αντίθετα, δημιούργησαν πολλαπλές κρίσεις, θερμές όπως στη Συρία, ή σοβούσες όπως στην Αίγυπτο. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η «κοινή αραβική υπόθεση», δηλαδή το Παλαιστινιακό, που είχε πάψει προ πολλού άλλωστε να είναι κοινή, εγκαταλείφθηκε άτυπα αλλά ουσιαστικά από τους «αδελφούς Αραβες».

Η άνοδος του Ντόναλντ Τράμπ στο προεδρικό αξίωμα των ΗΠΑ αποτέλεσε μια σημαντική τομή στη μεσανατολική πολιτική των ΗΠΑ, που πλέον εστιάζεται στην ενίσχυση των δύο περιφερειακών τους συμμάχων, του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας, εφόσον κοινός αντίπαλος και των τριών -αλλά και εμπόδιο για την «αναμόρφωση της Μέσης Ανατολής»- είναι το Ιράν.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο πρόεδρος Τράμπ ανακοίνωσε την περιβόητη «Συμφωνία του αιώνα» η οποία ικανοποιεί όλες τις ισραηλινές απαιτήσεις και ενταφιάζει κάθε δυνατότητα δημιουργίας βιώσιμου παλαιστινιακού κράτους. Οι αντιδράσεις των αραβικών κρατών, που εξαρτώνται οικονομικά από τη σαουδαραβική χρηματοδότηση, περιορίστηκαν σε ευχολόγια, όπως εξάλλου και των υπόλοιπων διεθνών δρώντων, με εξαίρεση την Τουρκία, που εργαλειοποιεί το Παλαιστινιακό, αλλά και το Ιράν που συνεχίζει να βρίσκεται στο στόχαστρο των ΗΠΑ.

Η προσάρτηση των κατεχόμενων παλαιστινιακών εδαφών επρόκειτο να αρχίσει τον Ιούνιο, αλλά σταμάτησε λόγω των εσωτερικών αντιδράσεων -αν και η κυβέρνηση επικαλέστηκε τυπικούς λόγους- παρά την πίεση των Ισραηλινών εποίκων να προχωρήσει με κάθε κόστος.

Στις 13 Αυγούστου όμως, ο πρόεδρος Τραμπ ανακοίνωσε περιχαρής μια «ιστορική εξέλιξη» στις σχέσεις του αραβικού κόσμου με το Ισραήλ, δηλαδή τη λεγόμενη Συμφωνία του Αβραάμ, στην οποία κατέληξαν το Ισραήλ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), βάσει της οποίας οι δύο χώρες θα συνάψουν πλήρεις διπλωματικές σχέσεις και θα υπογράψουν συνθήκη ειρήνης μάλλον τον Σεπτέμβριο.

Η ονομασία της συμφωνίας στόχο έχει να υπογραμμίσει τα κοινά σημεία που συνδέουν τους λαούς της περιοχής, εφόσον ο Αβραάμ θεωρείται από τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες κοινός πατριάρχης. Σχολιάζοντας τη Συμφωνία του Αβραάμ, που επετεύχθη με τη μεσολάβηση του Τζάρεντ Κούσνερ -αρχιτέκτονα της «Συμφωνίας του αιώνα»- ο πρόεδρος Τραμπ τη χαρακτήρισε βήμα για την άρση του αδιεξόδου, προσθέτοντας ότι μπορεί να υπογράψουν ανάλογες συμφωνίες και άλλες χώρες της περιοχής, «τώρα που έσπασε ο πάγος».

Προφανώς αναφερόταν στο Ομάν και το Μπαχρέιν -τα καθεστώτα των οποίων χρωστούν πολλά στο Ριάντ για τη δράση του εναντίον των διαδηλωτών του 2011 στις χώρες τους- τα οποία εξήραν τη Συμφωνία του Αβραάμ. Πολύ περισσότερο, που ο πρίγκιπας-διάδοχος των ΗΑΕ δήλωσε ότι το Ισραήλ συμφώνησε να σταματήσει την προσάρτηση των παλαιστινιακών εδαφών.

Η διάψευση ήταν άμεση από πλευράς Ισραήλ: ο πρωθυπουργός Νετανιάχου κατέστησε σαφές ότι πρόκειται απλώς για αναβολή της προσάρτησης των κατεχόμενων παλαιστινιακών εδαφών, δηλαδή της κοιλάδας του Ιορδάνη και μεγάλου τμήματος της Δυτικής Οχθης. Ταυτόχρονα υπογράμμισε ότι «αρχίζει μια νέα εποχή στις σχέσεις Ισραηλινών και Αράβων», ενώ ο πρόεδρος της Αιγύπτου, που έχει αναπτύξει στενές σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία, εξήρε τις προσπάθειες των δύο πλευρών «για ευημερία και σταθερότητα στην περιοχή». Ανάλογες δηλώσεις έκαναν ο γ.γ. του ΟΗΕ και ο Βρετανός πρωθυπουργός.

Προφανώς, η Παλαιστινιακή Αρχή απέρριψε τη συμφωνία, χαρακτηρίζοντάς την προδοσία της Ιερουσαλήμ, του Αλ Ακσα και των Παλαιστινίων, τονίζοντας ότι κανείς δεν έχει δικαίωμα να διαπραγματευθεί εν ονόματί τους και μάλιστα ερήμην τους. Τη συμφωνία καταδίκασαν επίσης η Τουρκία και το Ιράν.

Είναι σαφές ότι οι Παλαιστίνιοι έχουν να αντιπαλέψουν -και πάλι- τα πολιτικά συμφέροντα των πετρομοναρχιών, που συσπειρώνονται γύρω από τη Σαουδική Αραβία -με εξαίρεση το Κατάρ- που στηρίζει αναφανδόν την πολιτική Τραμπ, ενώ δεν έχουν τίποτα να περιμένουν από άλλες αραβικές χώρες που είναι βυθισμένες σε κρίσεις.

Η επισημοποίηση, επομένως, των σχέσεων που είχαν ήδη αναπτύξει τα ΗΑΕ με το Ισραήλ μπορεί να θεωρηθεί βολιδοσκόπηση για την εκτίμηση των αντιδράσεων που θα προκαλούσε η υπογραφή ανάλογης συμφωνίας μεταξύ Ριάντ και Τελ Αβίβ. Επομένως, δεν πρόκειται για «στροφή του σουνιτικού κόσμου», όπως υποστηρίχθηκε, αλλά για συνειδητή πολιτική απόφαση να πιεστούν ακόμα περισσότερο οι Παλαιστίνιοι να αποδεχθούν με τη θέλησή τους την απεμπόληση των νόμιμων δικαιωμάτων τους, η διεκδίκηση των οποίων συνεχίζει να αποτελεί μείζον εμπόδιο στην «αναδιαμόρφωση της Μέσης Ανατολής», τουλάχιστον όπως την αντιλαμβάνονται ο πρόεδρος Τραμπ, το Ισραήλ και οι πετρομοναρχίες του Κόλπου.

* αναπληρώτρια καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Αιγαίου