Η σημερινή Τουρκία δεν έχει καμία σχέση με τη χώρα που η Ελλάδα είχε γείτονα από το 1923. Εχει αλλάξει σε βάθος και πιθανόν για πολύ καιρό, για να γίνει μια ισλαμιστική δικτατορία, πολεμοχαρής στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, αδιαφορώντας για τους ευρωπαϊκούς, ακόμη και τους διεθνείς κανόνες, τα πρότυπα, τις αρχές και τις αξίες. Αποδυτικοποιείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αντιστρέφοντας με αυτόν τον τρόπο μια δυτική πορεία δύο αιώνων, και εξελίσσεται σε «βάρος» όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για όλους τους γείτονές της και την Ευρώπη.
Το τουρκικό καθεστώς, από την άλλη, έχει εμπλακεί σε μια μη βιώσιμη και συνεπώς ολέθρια πορεία. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αργά ή γρήγορα, θα καταρρεύσει, ιδιαίτερα λόγω του οικονομικού χάους που βαθαίνει και των ανόητων περιπετειών στο εξωτερικό. (Κανένας δεν θα πρέπει να αναμένει μια αποφασιστική εσωτερική πολιτική εναλλακτική δύναμη που θα προκαλέσει το καθεστώς.)
Οι περιπέτειες στο εξωτερικό καθώς και η ανομία στο εσωτερικό και η δεινή κατάσταση της οικονομίας είναι αλληλένδετες.
Στο εσωτερικό, το καθεστώς περιστέλλει συνεχώς τα δικαιώματα και τις ελευθερίες και προσπαθεί να διατηρήσει σε κίνηση την οικονομία με προεδρικά διατάγματα, κερδίζοντας χρόνο. Τα στατιστικά στοιχεία για τον κορονοϊό, για παράδειγμα, χειραγωγούνται για να δελεάσουν ξένους τουρίστες, βάζοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια των πολιτών.
Η επιθετικότητα στο εξωτερικό πηγάζει από την ανάγκη επανεκκίνησης της οικονομίας. Διμερείς στρατιωτικές συμφωνίες, πωλήσεις όπλων, ο αναθεωρητισμός, o αλυτρωτισμός, η διπλωματία των κανονιοφόρων, η δημιουργία τετελεσμένων, τα τελεσίγραφα και οι προκλήσεις είναι αναπόσπαστα στοιχεία μιας επιτακτικής ανάγκης για αναζωογόνηση της οικονομίας και παράταση του καθεστώτος.
Ακόμη και εάν o τρόπος λειτουργίας φαντάζει ακατάλληλος, όπως για παράδειγμα στις έρευνες για ορυκτά καύσιμα στη Μεσόγειο, όπου -ακόμη και εάν είναι επιτυχείς- τα ευρήματα είναι οικονομικά ασύμφορα. Ευτυχώς, οι μέθοδοι της Αγκυρας δεν βρίσκουν ανταπόκριση στη διεθνή σκηνή, με εξαίρεση το λιβυκό καθεστώς της Τρίπολης και σε έναν βαθμό στην Αυτόνομη Κουρδική Περιοχή του Ιράκ. Αντιθέτως, η οικονομική ανάγκη καθιστά την Αγκυρα ευάλωτη σε κυρώσεις, σε περίπτωση που αυτή παραβιάσει «κόκκινες γραμμές».
Και το κόστος που επιφέρουν οι «κόκκινες γραμμές» εκτείνεται σε ευρύ φάσμα. Καμία χώρα δεν πρόκειται να δεχθεί αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923, καμία περιφερειακή δύναμη δεν θα υιοθετήσει το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας. Τέτοιες κινήσεις απλά θα παγιώσουν την απομόνωση της Αγκυρας.
Ο λόγος που η Αγκυρα δεν κατάφερε να προσαρτήσει το βόρειο τμήμα της Κύπρου ή δεν τόλμησε να επιτεθεί σε ένα ελληνικό νησί, ανεξάρτητα από τη στρατιωτική έκβαση, είναι ενδεχομένως η προοπτική ενός αναπόφευκτου εμπάργκο από την Ε.Ε., που θα ακολουθούσε την κατάληψη/επίθεση σε έδαφος της Ε.Ε.
Αντιστοίχως, η λιβυκή περιπέτεια, που θεωρείται σανίδα σωτηρίας για την οικονομία, γίνεται μέρα με τη μέρα όλο και πιο κοστοβόρα, με την ανάμιξη πολλών άλλων που δρουν κατά της Αγκυρας, αυξάνοντας έτσι τις δαπάνες της.
Στην πραγματικότητα το καθεστώς βρίσκεται σε φαύλο κύκλο. Οσο περισσότερο προκαλεί τον κόσμο για να σώσει την οικονομία (και τον εαυτό του) τόσο επιτείνονται το οικονομικό χάος και η απομόνωσή του.
Είναι εξαιρετικά δύσκολο, εάν όχι απίθανο, να αντιμετωπίσεις μια τέτοια χώρα με τα κλασικά εργαλεία της διμερούς και/ή της πολυμερούς διπλωματίας, είτε για ανάσχεση είτε για να τεθούν όροι είτε για διάλογο. Επιπλέον, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών δεν είναι αρμόδιο για τη χάραξη πολιτικής και έχει εδώ και καιρό καταληφθεί από τους στενούς φίλους του προέδρου.
Η προτεραιότητα της ελληνικής κυβέρνησης να αποφύγει με κάθε τρόπο ένα θερμό επεισόδιο είναι απολύτως αξιέπαινη. Δυστυχώς η Ελλάδα, όπως και η Κύπρος, είναι μόνη ανάμεσα στους Ευρωπαίους εταίρους της αντιστεκόμενη στην Αγκυρα. Με την εξαίρεση της Γαλλίας, οι μεγάλες χώρες-μέλη της Ε.Ε., όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία, προτιμούν να στρέφουν αλλού το βλέμμα όταν το τουρκικό καθεστώς παρεκτρέπεται. Οι θεσμοί της Ε.Ε., με εξαίρεση το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δεν είναι καλύτεροι, καθώς μένουν πεισματικά προσκολλημένοι στην ψευδαίσθηση της υποψηφιότητας της Τουρκίας για ένταξη στην Ε.Ε., η οποία κατά τα άλλα έχει εξελιχθεί σε ξεκάθαρη ανοησία.
Υπάρχουν τρεις κατηγορίες αιτίων για αυτή την απαξιωτική συμπεριφορά. Οι Δυτικοί έχουν εμμονή στο να κρατήσουν την Τουρκία μέσα στο ΝΑΤΟ με κάθε κόστος. Δεύτερον, τρομοκρατούνται στην ιδέα για κύματα Τούρκων προσφύγων, σε περίπτωση κατάρρευσης. Και δεν είναι έτοιμοι να περιορίσουν το εμπόριο με την Αγκυρα, ειδικά στον τομέα των όπλων.
Ωστόσο, αυτές οι ανησυχίες φαίνονται χωρίς νόημα αν κρίνουμε από τα αποτελέσματα. Η Αγκυρα φλερτάρει ανοιχτά με τη Μόσχα και δεν διστάζει να προκαλέσει τη συμμαχική αλληλεγγύη, όπως γίνεται απέναντι στην Ελλάδα, αλλά και όσον αφορά τις Βαλτικές χώρες.
Η αγωνία όσον αφορά τουρκικές προσφυγικές ροές είναι άσκοπη, δεδομένου ότι Τούρκοι πολίτες θα εγκαταλείψουν ούτως ή άλλως μια χώρα που εγγυάται ολοένα και λιγότερο την προσωπική ασφάλειά τους και τις περιουσίες τους. Επίσημα στοιχεία, μαζί με εκτιμήσεις δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών, ήδη αναφέρουν 1,8 εκατομμύριο αναχωρήσεις μετά τον Ιούλιο του 2016.
Οσο για το εμπόριο, οι Δυτικοί γίνονται ολοένα και περισσότερο ευάλωτοι σε μια τουρκική χρεοκοπία, η οποία μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή.
Το τουρκικό καθεστώς και η Τουρκία είναι παγιδευμένοι σε έναν στενό δρόμο μιας κατεύθυνσης χωρίς δυνατότητα επιστροφής. Η μοναδική πιθανή διέξοδος από αυτόν τον εφιάλτη φαίνεται να είναι η ανάληψη της εξουσίας από ένα ανελεύθερο αλλά φιλοδυτικό καθεστώς, όπως στην Αίγυπτο, το οποίο θα επιχειρούσε να επαναφέρει στην κανονικότητα την εξουθενωμένη χώρα και το αποτυχημένο κράτος.
* Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΕΚΠΑ. Το επόμενο βιβλίο του με τίτλο «Το τουρκικό άχθος» θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Επίμετρο το φθινόπωρο.
