Η κυβέρνηση τρέχει, αλλά τρέχει σ’ έναν δρόμο χωρίς ορατό τέρμα. Ο πρωθυπουργός στις Βρυξέλλες -όπως κάθε Ελληνας πρωθυπουργός- θα βρεθεί αντιμέτωπος ξανά με αμφιθυμίες και συμφέροντα των ομολόγων του, με λογικές των «σκληρών» του ευρωπαϊκού Βορρά και κυρίως με τις διαφωνίες των κρατών-μελών για το Ταμείο Ανάκαμψης των 750 δισεκατομμυρίων για την κρίση του κορονοϊού.
Η διαφωνία έγκειται στο μείγμα επιχορηγήσεων και δανείων. Η Ελλάδα λ.χ. θέλει περισσότερες επιχορηγήσεις και λιγότερα δάνεια. Το μπλοκ των «σκληρών» θέλει μεγαλύτερο ποσοστό δανείων -που θα συνοδεύονται από προϋποθέσεις μεταρρυθμίσεων και μνημονιακών περιορισμών- και λιγότερες επιχορηγήσεις.
Ο γαλλογερμανικός άξονας θα προσπαθήσει μια δύσκολη εξισορρόπηση μεταξύ κοινοτικής αλληλεγγύης, που θα χαλαρώνει το Σύμφωνο Ανάπτυξης και Σταθερότητας, και του Συμφώνου Ανάπτυξης και Σταθερότητας που θα παραγκωνίζει την αλληλεγγύη και θα θέτει εκτός ατζέντας κάθε κουβέντα αμοιβαιοποίησης των υποχρεώσεων –και άρα κάθε ουσιαστική κουβέντα για μια ενιαία αντιμετώπιση της πανδημίας. Η Ευρώπη θα επαναλάβει το γνωστό μοτίβο της: too little, too late.
Εν τω μεταξύ στο εσωτερικό μέτωπο η κανονικότητα έχει στρογγυλοκαθίσει: έντονα ιδεολογικοποιημένη και σταθερά ωραιοποιημένη τόσο ως προς το επικοινωνιακό («Πάμε καλά») όσο και ως προς μιντιακό σκέλος. Το μιντιακό σκέλος ειδικότερα επιδίδεται στην αποσπασματική παράθεση των γεγονότων, αλλά ωσάν να μην έχει καμία επίδραση το ένα στα άλλο ή και στο σύνολο. Ωσαν το φυσικό περιβάλλον, που παραδίδεται στην άνευ όρων ανάπτυξη, να μην επηρεάζει τον τουρισμό και ωσάν ο τουρισμός να μην επηρεάζει τους φυσικούς πόρους, τη δημόσια υγεία ή το ισοζύγιο συναλλαγών.
Ωσάν η Ελλάδα να είναι ένα νησί σταθερότητας per se και για την περιοχή, ο πιο ελκυστικός και ασφαλής τουριστικός προορισμός. Ως εάν να μιλάμε για τη χώρα του κεφιού, της ανεμελιάς, της χαράς και του «μεγάλου περιπάτου», που την δηλητηριάζει άλλοτε ο τυραννικός, επίβουλος θρησκόληπτος προαιώνιος εχθρός, άλλοτε το κύμα των αλλόθρησκων προσφύγων και των μεταναστών και άλλοτε την τορπιλίζει η λουδίτικη αντιπολίτευση των κομμουνιστοσυμμοριτών και κατσαπλιάδων.
Τι υποκρύπτει η κανονικότητα του λαχανιασμένου; Η κυβέρνηση χτίζει για το κόμμα και για τη μακροημέρευση της οικογενειακής κυβερνησιμότητας ένα επιτελικό κράτος λίγο πολύ ξένο προς τις ανάγκες και τα πραγματικά άμεσα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα θέματα της χώρας.
Μιλάει λ.χ. για επενδύσεις γενικά (στο σπίτι του υπερχρεωμένου) οι οποίες «θα… γίνουν» κυρίως από ξένους ή από εγχώριους ημέτερους, οι οποίοι δεν έχουν καμία παράδοση συμμετοχής στα κοινά και καμία απολύτως έφεση για χρήσιμα και αναγκαία έργα, ούτε για θέσεις σταθερής και ασφαλούς απασχόλησης παρά μόνο για εκμετάλλευση πόρων και εργασίας. Η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τον δημόσιο χώρο ως πηγή όλων των δεινών και το κράτος ως μήτρα όλων των αποτυχιών και ενοχλητικών παρεμβάσεων.
Αντίθετα, βλέπει την αγορά ως μια αρμονική ισορροπία της προσφοράς και της ζήτησης. Ετσι προσπαθεί είτε να εκχωρήσει τον δημόσιο χώρο σε ανεξέλεγκτους εργολάβους είτε τον αφήνει σε χρόνια απαξίωση και μαρασμό. Οι περιπτώσεις της υγείας, της παιδείας και του πολιτισμού είναι οι πλέον κραυγαλέες.
Από την άλλη, η κυρία καγκελάριος μπορεί να ματώνει στα εσώψυχά της όταν σκέφτεται τα δεινά των Ελλήνων, αλλά δεν έχει καμία αντίρρηση να παίρνει για τις επιχειρήσεις της την αφρόκρεμα των Ελλήνων αναγκαστικών μεταναστών και να αντιλαμβάνεται τη χώρα ως τόπο ευγενικών γκαρσονιών και υπηρετών που θα θεραπεύουν τους Γερμανούς συνταξιούχους. Δεν έχει καμία αντίρρηση να εξαιρεί τον εαυτό της από τους ενεργειακούς στόχους. Ομως θέλει να πουλήσει στην Ελλάδα, εδώ και τώρα, όλη τη σχετική τεχνολογία της πράσινης ανάπτυξης (αρκετοί εδώ έχουν αρχίσει να μιλάνε πλέον για πράσινο πλυντήριο).
Ο κορονοϊός έδειξε πραγματικές αδυναμίες και για τις χώρες και για το παγκόσμιο σύστημα. Το αύριο θα είναι τελείως διαφορετικό από ό,τι ξέραμε έως σήμερα. Θα οδηγηθούμε υποχρεωτικά σε μετασχηματιστικές λύσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πετάξουμε την προηγούμενη εμπειρία ή τις προηγούμενες ιδέες που κυβέρνησαν τον κόσμο.
Η Ελλάδα οφείλει τώρα να στραφεί από τη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού στην προοπτική ενός μηχανοποιημένου και καινοτόμου πρωτογενούς τομέα και να αντιστρέψει τη δυναμική του δευτερογενούς τομέα. Αυτά προϋποθέτουν πολιτικές και μεταρρυθμίσεις που αυτή τη στιγμή δεν βρίσκονται στην ατζέντα. Και για όσο δεν κουβεντιάζονται ως αναγκαίοι στόχοι, θα πέφτουμε σε παγίδες και εθνικές ανημπόριες.
Προς στιγμήν η κατάσταση θυμίζει λίγο αυτό που είχε πει ο Παλαμάς: «Αλίμονο σ’ εκείνον που για ν’ αποφύγει τη ρουτίνα, πέφτει στη ρουτίνα του χειρότερου είδους∙ στη ρουτίνα του λαχανιασμένου κυνηγητού της πρωτοτυπίας».
