ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τόνια Τσίτσοβιτς*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ξέσπασμα της οργής σε όλη την υφήλιο για τον βασανιστικό και άδικο θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ κάτω από το γόνατο ενός λευκού αστυνομικού προκάλεσε και την πτώση πολλών αγαλμάτων που συμβόλιζαν τη ρατσιστική βία. Προκάλεσε όμως και τη συνειδητοποίηση του πραγματικού ρόλου πολλών διάσημων προσωπικοτήτων, το βρόμικο παρελθόν των οποίων ελάχιστοι –κυρίως νεότεροι– γνώριζαν.

Ετσι, κάτω από το άγαλμα του επιφανούς (με φασιστικό παρελθόν) δημοσιογράφου Ιντρο Μοντανέλι, σε πάρκο του Μιλάνου, εμφανίστηκε για άλλη μια φορά η επιγραφή «Βιαστής μικρών κοριτσιών».

Με την αφορμή αυτήν, η ιταλική κοινωνία θυμήθηκε ένα φρικτό επεισόδιο της εποχής της ιταλικής αποικιοκρατίας (1870-1941), το λεγόμενο «Madamato», το απαίσιο άλλοθι των Ιταλών στρατιωτικών προκειμένου να βιάσουν κοριτσάκια στην Αβησσυνία και τη Λιβύη.

Επρόκειτο, δηλαδή, για μια προσωρινή «ένωση» ενός Ιταλού με ένα κορίτσι από τις αποικίες, το οποίο σε αυτή την περίπτωση ονομαζόταν madama.

Οι στρατιωτικές αρχές προωθούσαν αυτό το είδος «ενώσεων» με κοριτσάκια προκειμένου να προστατεύσουν τους στρατιώτες από το να συχνάζουν σε οίκους ανοχής, με κίνδυνο να κολλήσουν αφροδίσια νοσήματα.

Αρπαζαν λοιπόν μικρά κοριτσάκια, ακόμη και επτάχρονα, από τις οικογένειές τους, για να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές τους ορέξεις.

Αυτή η βάρβαρη πρακτική, που συχνά προκαλούσε τον θάνατο των κοριτσιών εξαιτίας του βιασμού ή επιπλοκών κατά τη διάρκεια του τοκετού, σύντομα γέμισε τα ορφανοτροφεία της καθολικής εκκλησίας με εγκαταλειμμένα παιδιά.

Οταν κάποιος στρατιώτης ήθελε να νομιμοποιήσει τη σχέση του με τη madama του, ή να την εγκαταλείψει χωρίς προβλήματα, απευθυνόταν στα αποικιακά δικαστήρια, στις αποφάσεις των οποίων εμφανιζόταν ξεκάθαρα ο διάχυτος σεξισμός της ιταλικής κοινωνίας, συνυφαίνοντας την περιφρόνηση προς τις γυναίκες της Αφρικής με τη γενικότερη αντίληψη της υπεροχής του ανδρικού φύλου και της μειονεκτικής θέσης των γυναικών.

Το 1937 σταμάτησε το φαινόμενο, όχι γιατί το καθεστώς έγινε καλύτερο, αλλά γιατί θεσπίστηκαν οι λεγόμενοι «φυλετικοί νόμοι» για την «προστασία της καθαρότητας της ιταλικής φυλής», που απαγόρευαν τις σχέσεις με τους ντόπιους και τιμωρούσαν τους παραβάτες με φυλάκιση από 1 έως 5 έτη.

Ο μέγας δημοσιογράφος Ιντρο Μοντανέλι, σε τηλεοπτική εκπομπή το 1969 στην οποία η φεμινίστρια Ελβίρα Μπανότι μίλησε ξεκάθαρα για βιασμό και παιδοφιλία, απάντησε ότι τη δωδεκάχρονη «madama» του την αγόρασε κανονικά από τον πατέρα της και ότι δεν έβλεπε ποιο ήταν το πρόβλημα, γιατί «στην Αφρική τα κορίτσια παντρεύονται σε αυτή την ηλικία».

Σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στην Corriere della Sera το 2000, μετά τον θάνατο του Μοντανέλι, παρατίθενται παλαιότερες έγγραφες δικαιολογίες του ίδιου για την πράξη του, όπου μιλάει «για ένα είδος “leasing”» και διευκρινίζει ότι το κορίτσι ήταν 14 ετών και ότι είχε πληρώσει για να την τοποθετήσει σε μια καλύβα από λάσπη.

Σχετικά με την ηλικία του κοριτσιού αναφέρει τα εξής: «Αυτή η λεπτομέρεια προκάλεσε τη μανία διάφορων ηλίθιων που αγνοούν ότι στις τροπικές χώρες στα δεκατέσσερα μια κοπέλα είναι ήδη γυναίκα και όταν έχει περάσει τα είκοσι είναι ήδη γριά. Εκανα μεγάλο κόπο να ξεπεράσω τη μυρωδιά της, που οφειλόταν στο λίπος κατσίκας με το οποίο ήταν ποτισμένα τα μαλλιά της, και ακόμη περισσότερο να δημιουργήσω μαζί της μια σεξουαλική σχέση γιατί είχε υποστεί κλειτοριδεκτομή από τη γέννησή της. Αυτό, εκτός από το να αποτελεί έναν φραγμό σχεδόν αδιαπέραστο στις επιθυμίες μου (που χρειάστηκε, για να τον διαλύσω, η ωμή επέμβαση της μητέρας της), την έκανε εντελώς ασυγκίνητη.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, ερχόταν να με βρει κάθε δεκαπέντε μέρες, όπως και οι άλλες “σύζυγοι”. Ερχονταν κουβαλώντας πάνω στο κεφάλι τους ένα καλάθι με καθαρά ασπρόρουχα, εκπλήρωναν –ας το πούμε έτσι– την “υπηρεσία” τους, εξαφανίζονταν και έρχονταν πάλι μετά από δεκαπέντε ή είκοσι μέρες».

Στη δυστυχία του βιασμού αυτών των μικρών κοριτσιών προστίθεται το μαρτύριο της κλειτοριδεκτομής και όλα αυτά τα αφηγείται ένα εξέχον μέλος της ιταλικής δημοσιογραφίας με απόλυτο κυνισμό, λέγοντας μάλιστα ότι η Ντεστά –έτσι λεγόταν το κορίτσι αυτό– «ήταν ένα γλυκό ζωάκι».

Φαίνεται, λοιπόν, ότι το τραγουδάκι που ήταν πολύ της μόδας το 1935 «Faccetta nera, bell’abissina» (Ομορφο μουτράκι, ωραία Αβυσσηνή), δεν είναι και τόσο αθώο.

Φαίνεται επίσης από όλα αυτά πόσο είναι δικαιολογημένη η πρακτική του κινήματος να ρίχνει ορισμένα αγάλματα από το βάθρο τους, μαζί με τους συμβολισμούς τους.

*Δημοσιογράφος, μεταφράστρια