Τα χέρια μου έχουν κάνει μικρές εξελκώσεις από το πλύνε-πλύνε και το αντισηπτικό. Τόσο που αρνήθηκα να βγω στο μπαλκόνι και να χειροκροτήσω γιατρούς και νοσηλευτές. Όχι γιατί δεν τους αξίζει κάθε έπαινος και όλα τα χειροκροτήματα της γης, αλλά γιατί μου φάνηκε εντελώς γελοίο να βγω ανταποκρινόμενη στο σχετικό κάλεσμα της Μαρέβα, λες κι αυτό που χρειάζονται τούτοι οι υπερήρωες της καθημερινότητας είναι τα… παλαμάκια!
Έχουν ανάγκη από ιατρικό εξοπλισμό, υποστήριξη και ένα μη αποδομημένο επί μακρόν σύστημα υγείας. Κίνητρα και αμοιβές που να μην είχαν εξαναγκάσει αρμαθιές επιστημόνων να έχουν εργασιακά δραπετεύσει στο εξωτερικό. Χρειάζονται κλίνες στις μονάδες εντατικής θεραπείας, απλόχερα κονδύλια για την εξασφάλιση όλων των αναγκαίων υλικών, προσλήψεις που να μην είναι της… τελευταίας στιγμής. Όλα εκείνα δηλαδή που θέλουν νου, χέρια και σχεδιασμό στρατηγικό. Όχι… παλαμάκια και περαντζάδες των γνωστών πολιτικάντηδων στα νοσηλευτικά μας ιδρύματα, χάριν… τηλοψίας.
Μα… για τα χέρια μου, σας έλεγα. Αυτά που αγγίζουν, χαϊδεύουν, αγαπούν. Γράφουν, σχεδιάζουν, μαγειρεύουν. Γυρίζουν σελίδες στα βιβλία και στη ζωή μου. Σηκώνουν βάρη μα και κρατάνε όλα τα μυστικά της σωματικής επαφής. Κινούνται εκφραστικά, συνοδεύοντας τις φράσεις μου. Περιγράφουν χωρίς λέξεις κι απλώνονται, φέρνουν κοντά όσα αγαπώ κι όσα χρειάζομαι.
Όλα όσα δεν κάνω τώρα, δηλαδή. Δεν αγγίζω, παρά με γάντια. Φοβάμαι να βρεθώ με τους ανθρώπους που αγαπώ, να τους χαϊδολογήσω και να τους «πάρω» τον πόνο και το φόβο για ένα αύριο, που «αύριο» δε μοιάζει! Πλένω ό,τι αγγίζω και αγγίζω ότι έχω περάσει με αντισηπτικό. Σα να μαι κι εγώ ένα μικρόβιο, ένα τίποτα στο χάος της απεραντοσύνης. Μικρή η αξία μου, μικρή και η ζήση μου. Σαν τα κατσαριδάκια, σκιαγμένα στα σκοτάδια του πάγκου της κουζίνας, έχω χωθεί στο μικρόκοσμο του σπιτιού μου κι αγωνιώ για το πότε ένα αόρατο χέρι θα σκορπίσει πάνω μου τον κορονοϊό-θάνατο.
Κάποτε, όσοι θα έχουμε επιζήσει από όλη αυτή την παράνοια της πανδημίας, θα μαζευόμαστε βράδια στο μπαρ «το φάντασμα της ανθρωπότητας» και θα λέμε ιστορίες αόρατου πολέμου και ορατής απειλής. Θα λέμε για «νούμερα» στην ουρά του σούπερ μάρκετ και για «νούμερα» που μας βομβάρδιζαν κορονοτρομολαγνεία από τη χοάνη της ανοιχτής οθόνης.
Για τα αποθηκευμένα κατ’ οίκον δεκάδες χαρτιά τουαλέτας, για τα χάρτινα τραπουλόχαρτα που αποδείχθηκαν τα αποκτήματά μας, για την έλλειψη στις χάρτινες μάσκες και την υπερεπάρκεια σε κέρινες μάσκες-προσωπεία που φορούσαμε επί μακρόν…
Για την οικονομία που έκανε σάλτο μορτάλε, για τον αριθμό των νεκρών που ακουγόταν στα αυτιά μας σαν προσκλητήριο κατάταξης, για τα κρούσματα και τη γενικευμένη παράκρουση. Θα λέμε και θα κλαίμε πάνω από ένα ποτήρι κρασί. Ημιτελείς, ατελείς κι αταίριαστες μεταξύ τους ιστορίες. Όπως ακριβώς είμαστε και οι άνθρωποι…
Ύστερα, σε ένα λυκαυγές που των λύκων οι κραυγές θα σκεπάζονται από τους ολολυγμούς των ανθρώπινων υπάρξεων, θα γυρίζουμε σπίτια μας. Άλλος στους «δικούς» του κι άλλος… στις φωτογραφίες και τα ενθύμια της ύπαρξής τους. Κι ίσως να μην ζούμε καν, αυτή η παρέα των επιζησάντων, για να ζήσουμε την πορεία της επόμενης από μας γενιάς. Θα χουμε όμως αποτυπωμένο για πάντα μέσα μας, αυτόν τον ξαφνικό, απρόσμενο, πεισιθανάτιο ρόγχο μιας υφηλίου που σπαράσσει και σπαράσσεται. Κομπάρσοι σε ταινία τρόμου χωρίς happy (ίσως και χωρίς καν) end.
«Οι λέξεις» έλεγε ο Τζο Όρτον «είναι πιο δραστικές από την πράξη. Στα κατάλληλα χέρια τα ρήματα και τα ουσιαστικά είναι ικανά να προκαλέσουν πανικό». Εμείς, οι οθόνες μας και οι νεκροί. Κάθε μέρα, κάθε βράδυ, ενδημεί ο κορονοϊοπόλεμος στις εστίες μας για να συνηθίσουμε τα στερεότυπα της υποταγής μας και τη σημειολογία που θα ορίζει πλέον και τα σύνορα της σκέψης μας.
Ενημέρωση και παραπληροφόρηση. Πανάκεια δια πάσαν νόσον και πάσαν… μαλθακείαν. Από εκείνη, την απλουστευμένη, που μας ταλανίζει χρόνια τώρα. Εξυπνακισμοί, εγωκεντρισμοί, συνωμοσιολογίες. Επιστήμονες και αερολόγοι, αναλυτές και σκυλευτές, ρεπορτάζ και ζωντανές συνδέσεις για θανατικά και φανατικά. Ξεπεσμός. Τρόμος. Απόγνωση. Παράδοση.
Κάποτε, άνθρωποι σαν εμάς πολέμησαν στο μόνο ιδεολογικό πόλεμο της ιστορίας, τον πόλεμο κατά του φασισμού. Και νίκησαν, βγάζοντας τον πόλεμο εκτός νόμου. Ο απόηχος αυτής της θεμελιώδους για τις αξίες και την ανθρώπινη υπόσταση νίκης, χλόμιασε και κατέρρευσε πανεθνικά στις μέρες μας, μπροστά στην απειλή ενός «ιού» που χτυπά ανεξέλεγκτα και εξαπλώνεται σαν ένα Βερντέν της επιστήμης…
Ζώντας στην αχλύ μιας παλιάς μου μέρας, σα σκουληκάκι στο τσιμεντένιο κουκούλι, κοιτάζομαι στον καθρέφτη και με φτύνω. Με φτύνω, που παρέδωσα αμαχητί τη ζωή μου και τη ζωή του παιδιού μου σε εφήμερες χαρές και ανήμερες, επίπλαστες «ανάγκες». Που δεν κατάλαβα νωρίς πως το μόνο που έχει αξία τελικά, είναι εκείνο που δεν «τιμάται». Που έχωσα βαθιά το κεφάλι στην άμμο, με μια αδιαφορία στα όρια της ύβρεως, για όσα διαδραματίζονται στον κόσμο-μακρυά αλλά και τόσο κοντά στον εγωκεντρικό μου μικρόκοσμο. Που ανήγαγα τα «τίποτα», σε άπαν!
90 χρονών ο πατέρας μου κι η θυμοσοφία του σπάζει κόκκαλα: «Κάθε γενιά, έχει το δικό της «πόλεμο» μου λέει. «…Μόνο που εμείς, τον “εχθρό” τον βλέπαμε..! Και ξέρεις ποιος επιβιώνει σε κάθε πόλεμο; Όχι ο άκριτος αγωνιστής, ούτε ο πιο δυνατός, ούτε καν ο ήρωας. Επιβιώνει εκείνος που δεν αφήνει το μυαλό του να το κυριεύσει ο εχθρός, ακόμη κι αν κυριεύσει το σώμα και τη χώρα του…»
* Δημοσιογράφος
