Λάβαμε από τον κ. Δημήτρη Σπύρου, πρόεδρο της επιτροπής του ΥΠΠΟΑ για την ελληνική υποψηφιότητα στα φετινά βραβεία Οσκαρ, επιστολή με την οποία απαντά σε δύο άρθρα του Ιάσονα Τριανταφυλλίδη. Λόγω της μεγάλης έκτασης δημοσιεύουμε εκτεταμένα αποσπάσματα της επιστολής και την απάντηση του συνεργάτη μας.
«Με δύο άρθρα του στην “Εφημερίδα των Συντακτών”, το πρώτο στις 27/9/2019 με τίτλο “Θεωρίες (καθόλου) συνωμοσίας” και το δεύτερο στις 17/1/2020 με τίτλο “Και του χρόνου”, ο κ. Ιάσονας Τριανταφυλλίδης μέμφεται την επιτροπή του ΥΠΠΟΑ για την επιλογή της ελληνικής υποψηφιότητας στα Οσκαρ 2020: Στο πρώτο την κατηγορεί επειδή επέλεξε και πρότεινε το ντοκιμαντέρ της Μαριάννας Οικονόμου “Οταν ο Βάγκνερ συνάντησε τις ντομάτες” κι όχι κάποια ταινία μυθοπλασίας, ενώ στο δεύτερο θεωρεί την επιτροπή υπεύθυνη επειδή η ταινία δεν έφτασε στην τελική πεντάδα της ξενόγλωσσης ταινίας. Δεν είχα καμιά διάθεση να απαντήσω στα καταφανώς ανυπόστατα σχόλια και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς με τους οποίους ο κ. Τριανταφυλλίδης συνοδεύει τους ισχυρισμούς του και γι’ αυτό απέφυγα να το κάνω όταν δημοσιεύτηκε το πρώτο άρθρο του, στο οποίο καταφερόταν κυρίως εναντίον μου. Επειδή όμως συνέχισε με απαξιωτικές εκφράσεις για τον ελληνικό κινηματογράφο και τους δημιουργούς του και με προσβλητικά σχόλια για τα μέλη της επιτροπής, της οποίας είχα την τιμή να είμαι πρόεδρος, θεωρώ υποχρέωσή μου, λαμβάνοντας υπόψη και τις παραινέσεις αρκετών συναδέλφων μας, να δώσω μια “επιβεβλημένη απάντηση”, στα όσα απαράδεκτα και παντελώς ατεκμηρίωτα ισχυρίζεται.
Τι είναι τελικά ο Βάγκνερ;
Στο πρώτο άρθρο του ο κ. Τριανταφυλλίδης έγραψε ότι η ταινία της Μαριάννας Οικονόμου είναι “ένα βραβευμένο και πολύ αξιόλογο ντοκιμαντέρ”, ενώ “όλες οι ταινίες με υπόθεση είναι πάρε τη μια και βάρα την πάνω στην άλλη”. Την ίδια στιγμή ψέγει την επιτροπή που επέλεξε ντοκιμαντέρ και όχι ταινία μυθοπλασίας […] Οταν όμως, ανάμεσα στην τελική πεντάδα των Οσκαρ, η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου επιλέγει κι ένα ντοκιμαντέρ, ο κ. Τριανταφυλλίδης αλλάζει άποψη: δεν θεωρεί τώρα τον “Βάγκνερ” αξιόλογη ταινία και τον παρομοιάζει –αν είναι δυνατόν– με τα προπαγανδιστικά Επίκαιρα, που προβάλλονταν στους κινηματογράφους μέχρι και την περίοδο της χούντας… […]
Γιατί δεν ήρθαμε… πρώτοι;
Είναι εντυπωσιακό ότι ο κ. Τριανταφυλλίδης θεωρεί υπεύθυνη την επιτροπή μας επειδή η ελληνική πρόταση δεν επιλέχτηκε στην τελική πεντάδα των Οσκαρ! […] Παρενθετικώς σημειώνω ότι στα 63 χρόνια (από το 1956) που υφίσταται η κατηγορία των ξενόγλωσσων ταινιών, η χώρα μας έφτασε μόνο 5 φορές έως την τελική πεντάδα, χωρίς να καταφέρει ποτέ να πάρει το Οσκαρ. Επίσης, έμειναν εκτός τελικής επιλογής σπουδαίες ταινίες που κατά καιρούς υπέβαλε η χώρα μας, όπως η ‘‘Στέλλα’’, ‘‘Ο Θίασος’’, ‘‘Τοπίο στην Ομίχλη’’, ‘‘Πολίτικη Κουζίνα’’, ‘‘Μικρά Αγγλία’’ κ.ά. […]
Αλλά ο αρθρογράφος δεν αρκείται μόνο σε υφέρποντος εθνικισμού αναφορές τού στιλ “εκείνοι (αναφέρεται στη Βόρεια Μακεδονία) είναι υποψήφιοι για Οσκαρ και εμείς όχι… Γίναμε ρεζίλι…”, αλλά αναζητά και βρίσκει τον αίτιο και την αιτία του κακού: “Επικεφαλής της επιτροπής που το αποφάσισε είναι ο κύριος Σπύρου, λάτρης του ντοκιμαντέρ…”, γράφει. Οντως, λατρεύω το καλό ντοκιμαντέρ, όσο λατρεύω και το καλό animation και την καλή ταινία μυθοπλασίας. […]
Ποια ήταν αυτή η… μυστηριώδης επιτροπή;
Επίσης γράφει πως δεν έμαθε ποτέ ποια είναι τα μέλη της επιτροπής, αφήνοντας να εννοηθεί πως επρόκειτο για μια… μυστηριώδη επιτροπή, που συνεστήθη εν κρυπτώ και παραβύστω… […]
Οταν λοιπόν γράφει “δεν έμαθα ποτέ τα ονόματα” (όχι: “ποτέ δεν ρώτησα για να μάθω τα ονόματα”), αφήνει καθέναν να φαντάζεται μυστικοσυμβούλους, ίντριγκες και κλειστές πόρτες, πίσω από τις οποίες κάποιοι σκοτεινοί τύποι, παρατρεχάμενοι της εκάστοτε εξουσίας, βυσσοδομούν κατά του ελληνικού κινηματογράφου και προωθούν τους “δικούς τους”. Και ελαφρά τη καρδία προσβάλλει πρόσωπα εγνωσμένου κύρους, με μεγάλη προσφορά και σημαντικό αποτύπωμα στον ευρύτερο χώρο του κινηματογράφου, όπως ο σκηνοθέτης Γιώργος Σταμπουλόπουλος (αντιπρόεδρος), ο κριτικός κινηματογράφου Γιάννης Ζουμπουλάκης, η θεωρητικός και κριτικός Ιφιγένεια Καλαντζή, η σκηνοθέτρια Δώρα Μασκλαβάνου, η μουσικοσυνθέτρια Ευανθία Ρεμπούτσικα και ο παραγωγός Παναγιώτης Σασλίδης, που συναποτελούσαν μαζί με μένα την επιτροπή.
Ποιος αγαπά το σινεμά;
Είναι δικαίωμα του καθενός, μηδέ του κ. Τριανταφυλλίδη εξαιρουμένου, να θεωρεί λανθασμένη την απόφαση της επιτροπής. Δεν έχει όμως το δικαίωμα να αμφισβητεί το ήθος, την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπεια των μελών της και να τους χρεώνει έλλειψη αγάπης για τον ελληνικό κινηματογράφο […]».
Η απάντηση του Ιάσονα Τριανταφυλλίδη:
Αν δεν κάνω λάθος ο κ. Σπύρου είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του εξαιρετικού Φεστιβάλ Παιδικού Κινηματογράφου Ολυμπίας, ενός από τα καλύτερα φεστιβάλ κινηματογράφου που υπάρχουν σε αυτήν τη χώρα, στην οποία υπάρχουν δυσανάλογα πολλά φεστιβάλ κινηματογράφου και δη ντοκιμαντέρ από την παραγωγή τους – αξίζει δεν αξίζει. Και η γνώμη δεν αλλάζει επ’ αυτού.
Μάλιστα, αν θυμάμαι καλά, μου είχε δώσει και μία συνέντευξη στο ραδιόφωνο, στον «9,84» για το φεστιβάλ που διευθύνει λίγο μετά το πρώτο κομμάτι σχετικά με τα Οσκαρ και την ταινία που στείλαμε για την ξενόγλωσση ταινία. Είναι προφανές πως θα έσφιξε την καρδιά του για να μου μιλήσει παρά τις χυδαιότητες που είχα γράψει ήδη από το πρώτο κομμάτι. Στο οποίο πρώτο κομμάτι πρέπει να πω ότι απλώς αναρωτήθηκα για την επιλογή ντοκιμαντέρ και ήμουν συγκαταβατικός σχετικά με την ίδια την ταινία. Στο δεύτερο όμως έγινα έξαλλος γιατί δεν είναι θέμα ρατσισμού ανάμεσα στις χώρες, είναι θέμα πώς μια μικρή φτωχή χώρα που δεν υπήρξε ποτέ πρώην χώρα αλλά πρώην επαρχία φτιαγμένη από έναν ηγέτη πριν από 70 χρόνια μπόρεσε τόσο σύντομα να έχει μια πιο ανεπτυγμένη κινηματογραφία από εμάς. Είναι θέμα ταλέντου θα μου πείτε. Λογικό.
Δικαίωμά μου όμως είναι να θυμώνω με ό,τι θέλω, ειδικά για έναν χώρο που τον ξέρω πολύ καλά και δεν έχω πάρει ποτέ θέση εξουσίας μέσα σε αυτόν. Για έναν χώρο που ξέρω καλά πως ας πούμε η «Στέλλα» και ο «Θίασος» δεν στάλθηκαν καν ως υποψήφιες για Οσκαρ από την Ελλάδα, μια και η πρώτη ταινία που στάλθηκε από τη χώρα μας επισήμως στα Οσκαρ ήταν η «Ηλέκτρα» του Μιχάλη Κακογιάννη το 1962 κι αυτό γιατί το επέβαλε με τηλεφώνημά της στον υπουργό η Ελένη Βλάχου. Κατά τα άλλα, δέχομαι όλα τα χαριτωμένα σχόλια από τον κ. Σπύρου και από όλους όσοι επέμειναν να μου στείλει αυτήν την κομψή επιστολή -έχω ακούσει και διαβάσει τόσα πολλά εναντίον μου από ανθρώπους «που αγαπούν» το σινεμά, «εργάζονται σκληρά» γι’ αυτό και αποκτούν δημόσιες θέσεις για να το βοηθήσουν, που έχω πάθει ανοσία. Του εύχομαι απλώς να συνεχίσει να κάνει τη θαυμάσια δουλειά του στο Φεστιβάλ Ολυμπίας, να προσέξει σε ποιες άλλες επιτροπές γίνεται πρόεδρος και όσο για τον Βάγκνερ, τις ντομάτες, την επιτροπή, τη Μαριάννα Οικονόμου κ.λπ. κ.λπ… όπως έλεγε και η Βλαχοπούλου στον Κωνσταντάρα στη «Χαρτοπαίχτρα»: «Μη με κάνεις να ανοίξω το στόμα μου…»
ΥΓ.: Α, ξέχασα να σας ρωτήσω, σας αρέσει ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις; Γιατί έμαθα πως αποσύρθηκε από το σινεμά.
