Από τον περασμένο Απρίλιο στην ειδική διοικητική περιοχή του Χονγκ Κονγκ οι συνεχόμενες διαμαρτυρίες ενάντια στην τροποποίηση της νομοθεσίας για «φυγάδες παραβάτες και αμοιβαίας νομικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις» της κυβέρνησης (κεφ. 503 και 525) που μεθερμηνεύεται από πολλούς ως ένα πρώτο βήμα για τη διάβρωση του νομικού συστήματος και κυρίως για την κατάλυση της ελευθερίας της έκφρασης επιτρέποντας την εξάπλωση της λογοκρισίας, έχουν λάβει εξεγερτικά χαρακτηριστικά.
Αλλεπάλληλες πορείες εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών, δρώμενα, καταλήψεις δημόσιων χώρων, δρόμων, κτιρίων, του Κοινοβουλίου και προσφάτως του αεροδρομίου, συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής, πολιορκίες αστυνομικών τμημάτων, απεργίες πείνας, αυτοκτονίες και γενικές απεργίες συναπαρτίζουν μια αυθόρμητη αλληλουχία γεγονότων που υποδηλώνει την υπέρβαση του ορίου της ανεκτικότητας του λαού ως προς την εξουσιαστική επιβολή.
Η εξεγερσιακή λογική υπερβαίνει τη μη αποδοχή και τη μη συμμόρφωση (τις κατ’ εξοχήν δύο μορφές αγώνα ενάντια στην εξουσία, σύμφωνα και με τον Norberto Bobbio)[1], ανατρέπει την απλή οργίλη παρέμβαση της κοινωνικής έντασης και της προσδίδει οργανωτικά χαρακτηριστικά που κλιμακώνουν την αντιπαράθεση με την κυριαρχία. Η τελευταία άλλωστε δεν ασκείται στο κενό. Συνίσταται από μια συστηματική, προγραμματική πίεση επιβολής από τα πάνω και κυρίως από τις κρατικές δομές.
Στην εν λόγω περίπτωση τα αστικά σύμβολα και η αρχιτεκτονική μπαίνουν στο προσκήνιο (π.χ. το κτίριο της Βουλής ή το κτίριο CITIC των ειδικών δυνάμεων) όπως και ο δημόσιος χώρος (π.χ. δρόμος Harcourt, πάρκο Tamar) και από εργαλείο πειθάρχησης των εξαρτημένων μαζών [2] μετατρέπονται σε πεδίο ποικίλων μορφών αντίστασης, ικανών να αλλοιώσουν την επιβεβλημένη ιεραρχία και να παίξουν καθοριστικό ρόλο στη χειραφέτηση του κοινωνικού ατόμου.
Οι τοπολογικές σχέσεις τη χρονική στιγμή που λαμβάνουν χώρα, με την επέμβαση κοινωνικών ομάδων, μετατρέπουν ουσιαστικά τον σχετικό χώρο (με όρους συσχετισμού απόστασης και φύσης αντικειμένων) σε συσχετιζόμενο (με όρους Leibniz) καθώς επεμβαίνουν στις σχέσεις που τα κτίρια εμπεριέχουν και έχουν με τον αστικό χώρο αλλά και με τα άλλα αρχιτεκτονήματα.
Ετσι τη χρονική στιγμή που γίνεται οικειοποίηση του αστικού υπαίθριου χώρου μετατρέπεται σε πλατφόρμα διεκδίκησης και διαμαρτυρίας, αλλοιώνοντας την αρχική του σχετικότητα που προσδιοριζόταν από την πρωταρχική του χρήση. Το ίδιο ισχύει και για τον χτισμένο χώρο που διαδρά με τον προσκείμενο άχτιστο. Ετσι τη χρονική στιγμή που λαμβάνει χώρα π.χ. μια πορεία, η μαζική είσοδος σε έναν δρόμο,μετατρέπει τον εν λόγω οδικό άξονα σε χώρο διεκδίκησης, αλλοιώνοντας την αρχική του σχετικότητα με τις διαδρομές των αγαθών ή την καταναλωτική του χρήση που τον χαρακτήριζε. Το ίδιο ισχύει και για τους ανοιχτούς δημόσιους χώρους των πλατειών.
Η σημασία των ανοιχτών δημόσιων χώρων είναι ανώτερη εκείνης των εκδηλώσεων σε κλειστούς χώρους (απόλυτος χώρος) καθώς μέσω του οπτικού γεγονότος διευρύνονται οι συσχετιζόμενοι με αυτήν καθεαυτήν την πράξη χωρίς να υποτιμάται ο τεράστιος συμβολικός αντίκτυπος που είχε η πράξη κατάληψης του μεταμοντέρνου κτιρίου της Βουλής του Χονγκ Κονγκ.
Με την εισροή των διαδηλωτών οι συσχετισμοί άλλαξαν. Η οικειοποίηση του χώρου προκάλεσε την οικειοποίηση και του συσχετιζόμενου χώρου και των γύρω κτιρίων, έστω για την περιορισμένη χρονική περίοδο που διήρκεσε η δράση και αποτέλεσε μια πράξη μετατροπής της ιεραρχίας και της σημασίας του αστικού χώρου υπέρ των διαδηλωτών. Ετσι μεταφέρθηκε μέσω του αστικού χώρου το επιθυμητό μήνυμα της αμφισβήτησης της νομιμότητας της απόφασης που θα δημιουργήσει μια ανισοκατανομή εξουσίας και μια αλλοίωση του τρόπου ζωής των πολιτών.
Η πόλη αντιπροσωπεύει ένα μόνιμο πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ εκείνων που έχουν την εξουσία, τον έλεγχο και τα μέσα παραγωγής του χώρου και οι οποίοι τον χρησιμοποιούν ως στρατηγικό εργαλείο προσαύξησης της δύναμής τους και των εκμεταλλευόμενών τους, κάτι που έχει αναλυθεί εδώ και δεκαετίες από μια εκτενή εργογραφία (βλ. H. Lefebvre, D. Harvey, P. Marcuse, N. Brenner, A. Negri, κ.ά.)
Το διαρκώς επίκαιρο δικαίωμα στην πόλη αντιπροσωπεύει το εξίσου διαρκώς επίκαιρο δικαίωμα στη χειραφέτηση και τη διεκδίκηση περισσότερων βαθμών ελευθερίας από εκείνους που η εξουσία μάς επιτρέπει.
[1] N.Bobbio, 1990, L’eta dei diritti, Einaudi
[2] J.Agnoli, «Ο Μετασχηματισμός της Δημοκρατίας είκοσι χρόνια μετά. Συζήτηση», Λεβιάθαν, τχ.12, 1992, σσ.33-46
* δρ Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ
