Η ιστορία της Κίνας, από την πρώτη συνάντησή της με τη νεωτερικότητα ώς σήμερα, είναι μια πάλη ανάμεσα στην παράδοση και τα εκσυγχρονιστικά στοιχεία που έφτασαν στη χώρα μέσω της Δύσης. Μια πάλη ενίοτε ιδιαίτερα έντονη και βίαιη, όπως στην αναμέτρηση με τη βρετανική αυτοκρατορία, που έφτασε στο αποκορύφωμά της με τους Πολέμους του Οπίου (1839-1842, 1856-1860) και την πυρπόληση των Θερινών Ανακτόρων (1860). Την πρώτη αυτή, αναγκαστική, συνάντηση επέβαλαν στην καταρρέουσα αυτοκρατορία οι δυτικές δυνάμεις, διψασμένες για νέες αγορές και εδραίωση της κυριαρχίας τους στις παράκτιες περιοχές της χώρας.
Η δεύτερη συνάντηση της Κίνας με τη νεωτερικότητα συνέπεσε με την ανάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές (1949). Αυτή τη φορά επρόκειτο για επιλογή της νέας ηγεσίας, στο πλαίσιο της γενικής ανασυγκρότησης της χώρας σύμφωνα με τις μαρξιστικές αρχές. Εξάλλου, η ίδια η ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος (1921) εντάσσεται στη διαδικασία αμφισβήτησης και απόρριψης της παραδοσιακής κινεζικής κοινωνίας και στην αναζήτηση νέων πνευματικών προσανατολισμών από τη Δύση.
Μετά τον θάνατο του Μάο (1976) η ανάδειξη των εκσυγχρονιστών υπό τον Ντενγκ Σιάο Πινγκ σηματοδότησε την τρίτη στιγμή στις σχέσεις Κίνας – νεωτερικότητας. Προωθήθηκαν, έτσι, με ταχύτατους ρυθμούς, η οικονομική ανάπτυξη και ο εκσυγχρονισμός προς την κατεύθυνση μιας σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς, σε μια χώρα με τεράστιες αντιθέσεις.
Ανεξάρτητα, ωστόσο, από την πορεία των οικονομικών μεταρρυθμίσεων, συνυπάρχουν και επικαλύπτονται στοιχεία παραδοσιακά, νεωτερικά και μετανεωτερικά. Συνυπάρχουν φέρ’ ειπείν το ισχυρό, γραφειοκρατικό διοικητικό σύστημα (νεωτερικό στοιχείο) με την εκρηκτική ανάπτυξη της τεχνολογίας, ιδιαίτερα της πληροφορίας (μετανεωτερικό)· η επιβίωση πατροπαράδοτων τρόπων ζωής και αντιλήψεων (παραδοσιακό) με μια επανάσταση στην επικοινωνία – τρένα υψηλής ταχύτητας, Διαδίκτυο (μετανεωτερικό)· στοιχεία παραδοσιακής κοινωνικής συγκρότησης (οικογενειακές σχέσεις) με τον μετασχηματισμό της γνώσης, επιμέρους χειραφετήσεις π.χ. οικολογία, ανάγκη για μεγαλύτερη συμμετοχή και απουσία μιας μεγάλης αφήγησης (μετανεωτερικό).
Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρείται πρόσφατα μια τάση για αμφισβήτηση της νεωτερικότητας και κριτική επανεξέταση παλαιότερων κινημάτων (Κίνημα 4ης Μαΐου 1919, Πολιτιστική Επανάσταση), λόγω της συνολικής άρνησής τους των παραδοσιακών αξιών. Επακόλουθο είναι η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για επαναξιολόγηση της παραδοσιακής σκέψης και ειδικότερα του κομφουκιανισμού.
Η αμφισβήτηση της νεωτερικότητας οφείλεται στην αναγκαστική και επώδυνη είσοδο της χώρας στον κόσμο της. Είσοδος βεβιασμένη που είχε ως επακόλουθο, εκτός από τη γνώση των ικανοτήτων και τεχνικών των «βαρβάρων», την αποδοχή, από τους Κινέζους, των δυτικών αντιλήψεων για τον σινικό κόσμο και την ενσωμάτωσή τους στην εικόνα που οι ίδιοι διαμόρφωσαν μετέπειτα για τον εαυτό τους και τη χώρα τους. Είδαν, δηλαδή, τον εαυτό τους μέσα από τα μάτια των δυτικών και την αντίληψη που οι δυτικοί είχαν σχηματίσει γι’ αυτούς. Τούτο επέφερε σύγχυση σε θέματα ταυτότητας, αφού, όπως καλά γνωρίζουμε, το φορτίο του παρελθόντος είναι ιδιαίτερα βαρύ για τους λαούς με μακραίωνη ιστορία και αρχαίο πολιτισμό.
Επιπλέον, η νεωτερικότητα θεωρείται φαινόμενο ξένο στον κινεζικό κόσμο. Η σύνδεσή της με τον Διαφωτισμό, τη βιομηχανική επανάσταση και την ανάπτυξη των αστικών καπιταλιστικών κοινωνιών, καθώς και την αλήθεια και τον ορθό λόγο, την καθιστά ξένη στη σινική σκέψη. Η δε έμφασή της στο άτομο και στη λαϊκή συμμετοχή θεωρείται ότι μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολικό ατομικισμό, υλισμό και λαϊκισμό.
Τέλος, εκφράζεται δυσπιστία προς τον «οικουμενικό λόγο» της Δύσης και επισημαίνεται, από κύκλους διανοουμένων, η αναγκαιότητα των κομφουκιανικών ηθικοπολιτικών αξιών καθώς και η πεποίθηση ότι μπορούν να επηρεάσουν θετικά τις δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατικές ιδέες. Αυτή η νέα συνάντηση Κίνας – Δύσης συνιστά εν δυνάμει την κινεζική πνευματική συμβολή για μια καλύτερη λειτουργία του παγκόσμιου κοινωνικοπολιτικού συστήματος την εποχή της μετανεωτερικότητας. Για ορισμένους παρατηρητές, η σημερινή κρίση του δυτικοευρωπαϊκού δημοκρατικού μοντέλου ενισχύει αυτήν την άποψη.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι σαφές ότι η Κίνα, αμφισβητώντας βασικά νεωτερικά στοιχεία, προσβλέπει σε μια κινεζικότητα, ανοιχτή στις ξένες ιδέες, που δεν θα απομακρύνεται ωστόσο από τις παραδοσιακές κινεζικές αξίες, ικανή να συσπειρώσει και να ωθήσει μπροστά. Μια κινεζικότητα απεγκλωβισμένη από το δίπολο παράδοση – νεωτερικότητα (που τόσο ταλαιπώρησε τους φιλελεύθερους επαναστάτες του 20ού αιώνα και τους ριζοσπάστες κομμουνιστές), αποκαθαρμένη από ρετρό αναβιώσεις παλαιών προτύπων, που, σ’ έναν κόσμο παγκοσμιοποιημένο, θα αντανακλά το σύγχρονο πρόσωπο της χώρας με το οποίο θα μπορούν να ταυτιστούν οι Κινέζοι. Προς τούτο, θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική η συμβολή των κομφουκιανικών ιδεών ως παραγόντων αυτοσυνειδησίας, επαναθεμελίωσης της κοινωνίας και των θεσμών, και ήπιας ισχύος στην υπηρεσία της χώρας.
*αναπληρώτρια καθηγήτρια Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου
