Κάθε πρωί η κυρία του δευτέρου ορόφου -ας τη λέμε Ελένη, γιατί κάποτε πρέπει να υπήρξε καλλονή- βγαίνει από την είσοδο της πολυκατοικίας καλοχτενισμένη και προσεκτικά ντυμένη. Αφήνει τα σκουπίδια της στον κάδο με έναν μορφασμό αποστροφής και ξεκινάει για τη βόλτα της στην αγορά της καλής συνοικίας όπου μένει. Οταν λέμε καλής, εννοούμε πολύ ακριβής με ένα μεγάλο πρεστίζ.
Η κυρία Ελένη καθρεφτίζεται κάνα δυο φορές στους πρώτους καθρέφτες που συναντά για να σιγουρευτεί πως όλα είναι εντάξει. Ανταλλάσσει ευγενικές καλημέρες με τους εμπόρους που φαίνεται να την ξέρουν από παλιά. Σταματά με ενδιαφέρον πάνω στις ακριβές βιτρίνες. Υστερα κάθεται στο πιο «μεγαλοαστικό» καφέ της πλατείας και παραγγέλνει έναν καφέ.
Δίπλα κάθονται άλλες κυρίες της παλιάς αστικής τάξης, επιχειρηματίες και φερέλπιδες πολιτικοί. Ο καφές κάποτε τελειώνει, η κυρία Ελένη έχει κάπως κουραστεί από την προσπάθεια(;) να δείχνει πως ανήκει σε μια κατηγορία ανθρώπων που η οικονομική τους επιφάνεια τους επιτρέπει να μην έχουν κάποιες συγκεκριμένες στενοχώριες που έχει η ίδια.
Αφού λοιπόν τελειώνει την καθημερινή της βόλτα, επιστρέφει στο δύο φορές υποθηκευμένο διαμέρισμά της και κλείνει ανακουφισμένη την πόρτα. Το διαμέρισμα έχει απογυμνωθεί από τα πολύτιμα αντικείμενά του και διατηρεί μόνο κάποια βασικά έπιπλα.
Η ωραία κυρία Ελένη λύνει τον φροντισμένο κότσο της, πετάει τα δερμάτινα παπούτσια της, βγάζει το ταγέρ της και από το παραθυρόφυλλό της κοιτάει κάτω στον πολυσύχναστο κεντρικό δρόμο.
Θα ήθελε να κατέβει μια μέρα κάτω με τα μαλλιά της λυτά, με ρούχα απλά και βολικά και παπούτσια άνετα σαν αυτά που φορούν τα νεαρά κορίτσια. Θα ήθελε να πάει σε αυτό το μαγαζί που ο καφές κάνει μόνο ένα ευρώ και βλέπει αρκετούς ανθρώπους της ηλικίας της.
Σκέφτεται πως μ’ αυτούς έχει να πει περισσότερα πια απ’ ό,τι με τους θαμώνες του μαγαζιού όπου καθημερινά συχνάζει. Τι να πει και τι να σχολιάσει εκεί; Τις χειμερινές διακοπές στο Γκστάαντ της Ελβετίας ή το μενού του ακριβού εστιατορίου που μόλις άνοιξε στην απέναντι μεριά της πλατείας; «Αχ, περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις…». Αυτήν τώρα την ενδιαφέρουν οι περικοπές στη σύνταξη, η αύξηση των τιμών στα τρόφιμα και τα καύσιμα, τέτοια πράγματα… «Και γιατί δεν το κάνεις Ελένη;» ρωτά τον εαυτό της, «γιατί δεν κατεβαίνεις να πεις δυο λόγια με ανθρώπους που έχουν τα ίδια προβλήματα με σένα;».
Χαμογέλασε σαν σκέφτηκε το σοκ στα μάτια των γειτόνων και των γνωστών της. «Α πα πα, για τα μάτια τους και μόνο δεν το κάνω, για τα μάτια του κόσμου…». Καλύτερα να τρώει ψωμί κι ελιά παρά να τους δώσει… τέτοια στενοχώρια!
Η κοινωνική μας τάξη μάς κάνει κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν της: μας μπουκώνει με τα ηθικά πιστεύω της που ελέγχουν τις πράξεις μας. Πώς να την προδώσει τώρα;
