Η κατάληξη της συζήτησης στη Βουλή για το «παρεμπίπτον» ζήτημα της διαδικασίας αναθεώρησης με τις αγορεύσεις του Ευάγγελου Βενιζέλου και του Νίκου Παρασκευόπουλου απέδειξε την ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 110 παρ. 2 του Συντάγματος του 1975 που προβλέπει τη διαδικασία αναθεώρησης των μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος.
Η κρατούσα γνώμη, την οποία υποστήριξε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, με το αναμφισβήτητο κύρος του και την απαράμιλλη δεξιοτεχνία του, είναι ότι η προτείνουσα Βουλή αποφασίζει μόνο την ανάγκη αναθεώρησης των αναθεωρητέων διατάξεων κατ’ άρθρο, παράγραφο ή εδάφιο. Οταν η προτείνουσα Βουλή αποφασίζει με 180 ψήφους την ανάγκη αναθεώρησης, η επόμενη αποφασίζει με 151 το περιεχόμενο της αναθεώρησης και αντίστροφα μόνο ως προς την απαιτούμενη πλειοψηφία. Για τη νέα αναθεώρηση απαιτείται να μεσολαβήσει πενταετία. Στην πράξη σχεδόν δεκαετία.
Ο Νίκος Παρασκευόπουλος, αναφερόμενος στις διατάξεις του άρθρου 86 του Συντάγματος για την ποινική ευθύνη των υπουργών, σχετικά με την οποία ως ποινικολόγος έχει αναμφισβήτητο κύρος και απαράμιλλη γνώση (η ποινική υπουργική ευθύνη άλλωστε απασχολεί ίσως περισσότερο από άλλες συνταγματικές διατάξεις την κοινή γνώμη), κατέδειξε την αντινομία. Αν η προτείνουσα Βουλή αποφασίσει με 180 ψήφους την ανάγκη αναθεώρησης προς μια κατεύθυνση, που προκύπτει από τη συζήτηση στην προτείνουσα Βουλή, είναι λογικά άτοπο η επόμενη, η αναθεωρητική, να αποφασίσει στην αντίθετη κατεύθυνση με 151 ψήφους. Με αποτέλεσμα μάλιστα συνταγματικά δεσμευτικό πέρα από τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, δηλαδή της λαϊκής εντολής.
Τα επιχειρήματα του Ευάγγελου Βενιζέλου, συνοπτικά, ήταν δύο ειδών: ιστορικά και δογματικά. Τα ιστορικά επιχειρήματα έχουν λιγότερο ενδιαφέρον διότι η διαδικασία της αναθεώρησης προβλεπόταν διαφορετικά στα προηγούμενα Συντάγματα και ομολογουμένως δεν τηρήθηκε ποτέ η προβλεπόμενη διαδικασία παρά μόνο μετά το Σύνταγμα του 1975. Το δογματικό επιχείρημα, η παρεμβολή δηλαδή του κυρίαρχου λαού που αποφασίζει αυτός, εμμέσως βέβαια, εκλέγοντας τη νέα πλειοψηφία για την κατεύθυνση της αναθεώρησης, είναι θεωρητικά ισχυρό, όπως άλλωστε και η επίκληση της κρατούσας γνώμης των συνταγματολόγων για την ερμηνεία του άρθρου 110 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει.
Ουσιαστικά και πολιτικά, όμως, το βασικό αυτό επιχείρημα έχει αντίλογο: ο λαός δεν ψηφίζει για την αναθεώρηση του Συντάγματος που αφορά τη δομή της πολιτειακής εξουσίας, αλλά ανάλογα με την πολιτική συγκυρία: τα προγράμματα και κυρίως τα πρόσωπα, τον Ανδρέα Παπανδρέου ή τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, τον Κώστα Σημίτη ή τον Κώστα Καραμανλή, αυτόν ή τον Γιώργο Παπανδρέου και τώρα τον Αλέξη Τσίπρα ή τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τους συνδυασμούς τους, παρ’ όλες τις μεταβολές στα εκλογικά συστήματα και στις κομματικές ανακατατάξεις.
Τέλος, η κατά πλειοψηφία απόφαση της σημερινής Βουλής για δέσμευση της επόμενης, όση φαινομενική αξία και αν έχει, ελλείψει άλλου θεσμού –τα δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία– στερείται συνταγματικού κύρους. Στην ουσία δεν πρόκειται για «παρεμπίπτον» ζήτημα αλλά για ερμηνευτική δήλωση, ως προς την έννοια του άρθρου 110 παρ. 2 του Συντάγματος. Αυτή, όμως, προϋποθέτει την αναθεώρησή του, η οποία είναι αναγκαία για πολλούς άλλους λόγους και ως προς την πενταετία και ως προς τον τρόπο συμμετοχής του λαού στη συνταγματική αναθεώρηση.
