Μέχρι και τη δεκαετία του ’80, ο τίτλος του Dipl.-Ing (Δίπλ.-Μηχ., ενιαίος για όλες τις ειδικότητες των Μηχανικών) όλων των γερμανικών Πολυτεχνείων ήταν ένας παγκόσμια σεβαστός ακαδημαϊκός τίτλος. Ηταν μάλιστα τόσο σεβαστός, που θυμάμαι έναν Αγγλο συνάδελφο να μου λέει τότε, προφανώς υπερβάλλοντας, ότι οι μηχανικοί από άλλα κράτη «στέκονταν προσοχή» στο άκουσμα αυτού του τίτλου.
Εκτοτε, τα γερμανικά Πολυτεχνεία, παραδίδοντας το ακαδημαϊκό τους ιστορικό κύρος και την ακαδημαϊκή τους παράδοση και κουλτούρα στην αγοραία αγγλοσαξονική εκπαιδευτική κοσμοαντίληψη, άρχισαν και αυτά, στο πλαίσιο της ενιαίας παγκοσμιοποιημένης αγοράς, να δίνουν, κυρίως πλέον, όχι μόνο masters αλλά και bachelors in Engineering, οδηγώντας τον τίτλο του Dipl.- Ing. σχεδόν στην εξαφάνιση.
Η άνευ όρων παράδοση ενός ιστορικά καταξιωμένου εκπαιδευτικού συστήματος και του αντίστοιχου ακαδημαϊκού του τίτλου στα χρησιμοθηρικά κελεύσματα της αγοράς προφανώς και δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. Οταν σήμερα εμείς οι Ελληνες -και όχι μόνο- δυσανασχετούμε για την πορεία των ευρωπαϊκών πραγμάτων και αναλύουμε με σκεπτικισμό την τεχνοκρατική πολιτική και τον οικονομισμό των Βρυξελλών, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι αυτή η αντικοινωνική πολιτική δεν δημιουργήθηκε εν κενώ, αλλά είναι το αποτέλεσμα μιας γενικότερης κατίσχυσης της εμπειριοκρατικής και χρησιμοθηρικής αγγλοσαξονικής κοσμοθεώρησης που έχει επιπέσει αρπαχτικά στις ανθρώπινες κοινωνίες, αλλοτριώνοντας και εξουθενώνοντας τους ανθρώπους και καταστρέφοντας τον πλανήτη.
Είναι δηλαδή το αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου τρόπου σκέψης και πράξης, που τις ρίζες του μπορούμε να ανιχνεύσουμε, ιστορικά, επιστημολογικά και γενικότερα γνωσιολογικά, στην εμφάνιση του εμπειρισμού (κατά τον 17ο κυρίως αιώνα) –που ήταν σχεδόν πλήρως αγγλοσαξονικής κοπής, με σημαντικότατη οπωσδήποτε συμβολή στην ανάπτυξη της γνώσης και της τεχνικής–, και στην εμπειριοκρατική, ωφελιμιστική, θετικιστική και πραγματιστική σκέψη που έκτοτε αναπτύχθηκε και κυριάρχησε, από τον 18ο αιώνα και μετά, μέχρι και τις μέρες μας.
Πάλι λοιπόν κι εδώ, θεμελιωτικά προεξάρχουσα είναι η αγγλοσαξονική σκέψη και πράξη. Εξαίρεση θα μπορούσε να θεωρηθεί ίσως η περίπτωση του θεμελιωτή της Κοινωνιολογίας και εισηγητή της θεωρίας του θετικισμού, του Γάλλου φιλοσόφου Oγκίστ Κοντ, τον 19ο αιώνα, ο οποίος όμως, λόγω της βαρύτητας που απέδιδε στην Κοινωνιολογία και την Ιστορία –που δεν συνιστούν ένα ακραιφνές πρότυπο μιας θετικιστικά εδραιωμένης επιστήμης– επισκιάζεται στη συνέχεια γνωσιολογικά, την ίδια πάνω-κάτω εποχή, από τον Αγγλο φιλόσοφο Τζον Στιούαρτ Μιλ, που είναι αυτός μάλλον –και όχι ο Κοντ– που θεωρείται ο θεμελιωτής του σύγχρονου θετικισμού. Θα ήταν επίσης σημαντικό για τις εδώ αναφορές μας να σημειώσουμε ότι πρωταρχικός σκοπός της Αμερικανικής Φιλοσοφικής Εταιρείας, που ιδρύθηκε το 1743, ήταν η προώθηση, σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα, της χρήσιμης γνώσης, η οποία προφανώς δεν έχει καμία σχέση με τη σωκρατική – πλατωνική χρησιμότητα της γνώσης, που στη βάση του αρχαιοελληνικού πολιτισμικού «παραδείγματος» είχε ως γνωσιολογικο-ηθική στόχευση την επιμέλεια της ψυχής.
Παρ’ όλες, πάντως, τις ακαδημαϊκές διχογνωμίες, για το κατά πόσον είναι επιστημολογικά και γνωσιολογικά θεμιτές οι διακρίσεις της μορφής ηπειρωτική φιλοσοφία/αγγλοσαξονική φιλοσοφία, ηπειρωτικός ορθολογισμός/αγγλικός εμπειρισμός, ηπειρωτική μεταφυσική/αμερικανικός πραγματισμός ή, κατά πολύ λιγότερο θεμιτό τρόπο, ηπειρωτική φιλοσοφία/αναλυτική φιλοσοφία –που εκφράζουν κυρίως δύο διαφορετικές σχολές σκέψης, μια θεωρητικής εδραίωσης και κατεύθυνσης και μια περισσότερο πρακτικής, εργαλειακά χρησιμοθηρικής, θετικιστικής και οικονομικής κατεύθυνσης–, τα βιβλιογραφικά δεδομένα τεκμηριώνουν, πέρα από τις παραγωγικές τους συσχετίσεις, και μια θεμελιακή, μεγάλη διαμάχη μεταξύ του ηπειρωτικού ορθολογισμού και του αγγλικού εμπειρισμού.
Σε κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό άλλωστε επίπεδο, ο πλανήτης βιώνει σήμερα τον χρησιμοθηρικό και πραγματιστικό χαρακτήρα μιας παγκοσμιοποιημένης πολιτικής –με τον έντονο οικονομισμό της σε όλα τα επίπεδα–, την οποία πρωταρχικά εισηγήθηκαν οι Αγγλοσάξονες και την οποία στη συνέχεια επέβαλαν ιδιαίτερα στις δυτικές κοινωνίες και στις αναπτυσσόμενες χώρες, παγιώνοντας έτσι την αδιαμφισβήτητη πλέον επικυριαρχία του αγγλοσαξονικού αναπτυξιακού προτύπου στις χώρες αυτές.
Είναι πλέον εμφανές ότι αυτό το αγγλοσαξονικό πρότυπο, δυναμικό και αγοραίο, όχι μόνο δεν φαίνεται να λειτουργεί σωστά, αλλά έχει δημιουργήσει και τεράστια προβλήματα σε ολόκληρο τον πλανήτη. Στη συγκυρία αυτή, δεν είναι λίγοι οι επιστήμονες και οι διανοούμενοι, και από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, που γνωρίζοντας ουσιαστικά τις ηπειρωτικο-ευρωπαϊκές πολιτιστικές και πολιτισμικές καταβολές, με τις χαρακτηριστικές ιστορικές, ιδρυτικές αρχές και αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού –που η σύγχρονη Ευρώπη φαίνεται να έχει δυστυχώς απεμπολήσει– ζητούν την καταφυγή και τη σωτηρία στη διαχρονική σταθερότητα αυτών των αρχών και των αξιών, που σηματοδοτούν συγχρόνως και μια ουσιαστική νοηματοδότηση της πολιτικής και του βίου. Υπάρχει, λοιπόν, επιτακτική ανάγκη, για την ίδια την ύπαρξή της αλλά και για την ύπαρξη ολόκληρου του πλανήτη, να αναλάβει επιτέλους η Ευρώπη, υπερβαίνοντας τον σημερινό καταστροφικό της εαυτό, τον καθοδηγητικό όσο και τον σωτήριο ρόλο που της τον επιβάλλουν οι πρωταρχικές της καταβολές.
* καθηγητής Φιλοσοφίας της Τεχνοεπιστήμης στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΠΤΔΕ του ΑΠΘ
