ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αιμιλία Σαλβάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν σήμερα υπάρχει θεσμοποιημένη μνήμη για τη Μικρασιατική Καταστροφή οφείλεται στο ότι έχει επουλωθεί το τραύμα της μνήμης, που όσο αιμορραγούσε απέκλειε μια συνεκτική αφήγηση για το παρελθόν. Γιατί τα τραύματα, όσο είναι ενεργά, διαρρηγνύουν σε τέτοιο βαθμό τις προσλαμβάνουσες των ανθρώπων, που είναι αδύνατον να τακτοποιηθούν αφηγηματικά.

Το τραύμα είναι αδιανόητο, δεν μπαίνει σε λόγια. Και αν σταδιακά θυμόμαστε κάποια πράγματα, αυτά είναι συνήθως μεμονωμένα επεισόδια, ασύνδετα, χωρίς αιτιακή σχέση μεταξύ τους.

Αυτή ήταν εν πολλοίς η εμπειρία των ανθρώπων που ξεριζώθηκαν από τις εστίες τους το 1922, είτε ακολουθώντας τον ηττημένο ελληνικό στρατό, είτε αργότερα, με τη συνθήκη της Ανταλλαγής.

Τους είχε συμβεί το αδιανόητο και όσα θυμούνταν, τους βασάνιζαν σαν αναλαμπές της μνήμης, σαν τον εφιάλτη που προσπαθούσαν να αφήσουν πίσω τους, προκειμένου να συνεχίσουν να ζουν.

Δεν ήταν μόνο οι αναμνήσεις που τους βασάνιζαν. Οι χιλιάδες αγνοούμενοι ήταν ένας καθημερινός εφιάλτης με τον οποίο έπρεπε να μάθουν να ζουν.

Κάθε πρόσφυγας και μια διαφορετική ιστορία, μια διαφορετική όψη του γεγονότος στο οποίο συμπεριληπτικά αναφερόμαστε ως «1922».

Πώς φτάσαμε από αυτή τη θρυμματισμένη μνήμη στη θεσμοποιημένη μνήμη που αντιπροσωπεύει η Ημέρα Μνήμης;

Για να γίνει αυτή η μετάβαση, χρειάζεται ένα σχετικά ομογενοποιημένο αφήγημα για το τι συνέβη το 1922 – ένα αφήγημα που να έχει χώρο τόσο για τις σφαγές στην προκυμαία της Σμύρνης όσο και για τις μακρές πορείες του ξεριζωμού που ακολούθησαν τη συμφωνία της Ανταλλαγής των πληθυσμών, τόσο για την εμπειρία των προσφυγικών συνοικισμών στα μεγάλα αστικά κέντρα όσο και για αυτή στην ύπαιθρο και τους ανταγωνισμούς για τους κλήρους της γης.

Και επίσης ένα αφήγημα που θα εξομάλυνε τις εντάσεις που υπήρχαν στο εσωτερικό των χριστιανικών κοινοτήτων στις οθωμανικές τους πατρίδες, δημιουργώντας μια ειδυλλιακή εικόνα για την ακμή των κοινοτήτων αυτών πριν από την Καταστροφή.

Ενα αφήγημα που υπογράμμιζε τη διαρκή αντίσταση των Ελλήνων ενάντια στους Τούρκους, εγγράφοντας την προσφυγική ελληνικότητα στο κυρίαρχο αφήγημα της τρισχιλιετούς συνέχειας του ελληνικού έθνους.

Αυτό το αφήγημα διαμορφώθηκε σιγά σιγά, και πάντως μέχρι τη δεκαετία του 1960, ενοποιώντας την προσφυγική εμπειρία σε μια συνεκτική πολιτισμική ταυτότητα, διακριτή από την κυρίαρχη εθνική ταυτότητα, αλλά πάντως αδιαμφισβήτητα ελληνική.

Επρόκειτο για ένα αφήγημα ηρωικό, που εξυμνούσε τις ικανότητες των προσφύγων και τον τρόπο που συνέβαλαν στην ανανέωση του ελληνικού πολιτισμού. Το ειδικό αφιέρωμα του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» του 1973 είναι χαρακτηριστικό αυτού του κλίματος.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και μετά, και ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1990, η προσφυγική μνήμη άρχισε να αποκτά διαφορετικό τόνο.

Στον απόηχο της αναγνώρισης του Ολοκαυτώματος ως παγκόσμιου γεγονότος (και της πολιτικής και πολιτισμικής ενδυνάμωσης της εβραϊκής κοινότητας στις ΗΠΑ εξαιτίας αυτής της αναγνώρισης), της αναζωογονημένης συζήτησης για τις γενοκτονίες μετά τις σφαγές στη Σρεμπρένιτσα και τη Ρουάντα και της γενικότερης άνθησης των σπουδών μνήμης μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, ξεκίνησε μια εκ νέου συζήτηση για τις ταυτότητες, ιδιαίτερα αυτών που βρίσκονταν στο περιθώριο των εθνικών ταυτοτήτων.

Στο πλαίσιο αυτό άρχισαν να ξανασυζητιούνται και οι προσφυγικές ταυτότητες στην Ελλάδα και η ιδέα της Γενοκτονίας. Η συζήτηση, ωστόσο, δεν αφορούσε μόνο πολιτισμικές ταυτότητες, αλλά και πολιτικές.

Ηδη εκείνη την εποχή διαφάνηκαν οι εσωτερικές διαιρέσεις ανάμεσα στους πρόσφυγες, που απηχούσαν εν πολλοίς τόσο τη διαφορετική εμπειρία της ξεριζωμού καθ’ εαυτήν όσο και της προσφυγιάς στις δεκαετίες που μεσολάβησαν.

Οι Πόντιοι, για παράδειγμα, μια προσφυγική κοινότητα που περιθωριοποιήθηκε τόσο από τους ντόπιους όσο και από τους υπόλοιπους πρόσφυγες, από νωρίς θέλησε να διαχωριστεί από την ομπρέλα των «Μικρασιατών προσφύγων», στη βάση της εθνοπολιτισμικής τους παράδοσης και της διακριτής ιστορικής εμπειρίας.

Η συνάντηση του εθνολαϊκισμού του Μιχάλη Χαραλαμπίδη για τους Πόντιους με αυτόν του Στέλιου Παπαθεμελή για το Μακεδονικό ήταν ακριβώς το μίγμα που χρειαζόταν για την αντιδραστική στροφή των προσφυγικών ταυτοτήτων, ιδιαίτερα της ποντιακής.

Η Μικρασιατική Γενοκτονία αναγνωρίστηκε από την ελληνική Βουλή το 1998, ενώ των Ποντίων είχε αναγνωριστεί από το 1994. Με αυτή την έννοια, το 1922 είναι επίσημη, θεσμικά αναγνωρισμένη, εθνική μνήμη.

Ωστόσο, η θεσμοποίησή της δεν ήρθε χωρίς αντίτιμο. Εχει γίνει σε μεγάλο βαθμό μια μνήμη άκαμπτη, που αδυνατεί να τοποθετήσει το παρελθόν στο ιστορικό του συγκείμενο, μια μνήμη που προτάσσει την αναγνώριση έναντι της κατανόησης. Εχει απολέσει την πολυπλευρικότητα και την ενσυναίσθηση που χαρακτήριζε τις μαρτυρίες της πρώτης γενιάς.

Εχει αναδειχθεί σε ένα νέο καθεστώς αλήθειας, χωρίς συναίσθηση της ιστορικότητάς του. Το πρόβλημα δεν είναι η αναγνώριση του τραύματος, ούτε το να συμπάσχει κανείς με όσους υποφέρουν ή υπέφεραν στο παρελθόν.

Το πρόβλημα ξεκινά όταν αυτή η αναγνώριση γίνεται εμπόδιο για την κατανόηση του παρελθόντος, την επούλωση του τραύματος και την πορεία προς μέλλον.