«Από την άποψη του σοσιαλισμού, το ΠΑΣΟΚ μάς αφήνει παγερά αδιάφορους». Σε αυτές τις έντεκα λέξεις, ο Αγγελος Ελεφάντης συνόψισε τη στάση ενός μέρους της κομμουνιστικής Αριστεράς απέναντι στο κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου, την εποχή της απόλυτης σχεδόν κυριαρχίας του τελευταίου, εποχή, μάλιστα, στην οποία ο συγκεκριμένος φορέας εμφανιζόταν ακόμη δεόντως ριζοσπαστικός. Το μέλλον δικαίωσε τον Ελεφάντη περισσότερο, ίσως, κι από ό,τι ο ίδιος περίμενε.
Αν και δεν χρειαζόταν, νομίζω, το μέλλον για να αποδείξει το ήδη τότε προφανές.
Οπως δεν χρειάζεται «πολύ μέλλον» για να διαπιστώσουμε με σιγουριά ποια κόμματα, κυβερνητικά και άλλα, σήμερα ανήκουν στην ίδια κατηγορία, προκαλώντας «παγερή αδιαφορία» – και κάτι περισσότερο.
Ο Ελεφάντης ήταν κομμουνιστής, από τους σημαντικότερους στην ιστορία του ελληνικού κινήματος. Και όντας τέτοιος, θεωρούσε δεδομένο πως η «τελική κρίση» γεγονότων, οργανώσεων και προσώπων δεν μπορεί παρά να είναι «από την άποψη του σοσιαλισμού».
Που σημαίνει, από την άποψη του αναγκαίου, διαρκώς και περισσότερο όσο ηλικιώνεται ο καπιταλισμός, ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού.
Είναι δεδομένο πως εδώ, σε αυτήν τη διατύπωση, ελλοχεύει μια βαθιά και κοινή στους κομμουνιστές παραδοχή: ο καπιταλισμός δεν είναι μόνο ένας εκμεταλλευτικός και καταστατικά καταπιεστικός κοινωνικός σχηματισμός. Η μακροημέρευσή του, επιπλέον, θέτει εν αμφιβόλω την ίδια την ύπαρξη του πλανήτη και της ανθρωπότητας. Η μανιακή προσήλωσή του στο κέρδος τον κάνει καθεστώς κανιβαλικό και μακροχρόνια ολοκληρωτικά καταστροφικό.
Αυτή η παραδοχή βρίσκεται πίσω από την ανάγκη να βλέπουμε τα πράγματα «από την άποψη του σοσιαλισμού». Η συγκεκριμένη προοπτική είναι επιστημολογική προϋπόθεση της «σωστής θέασης» του κόσμου: όσο περισσότερο επιδιώκουμε να αλλάξουμε τον κόσμο τόσο και τον κατανοούμε καλύτερα.
Γι’ αυτό, άλλωστε, οι κομμουνιστές αποστρέφονται τον «ρεφορμισμό». Καμιά βελτίωση της ζωής, κανένα δημοκρατικό προχώρημα –όσα με αμέτρητες θυσίες όχι «ηρώων», αλλά πραγματικών ανθρώπων, έχουν επιτευχθεί– δεν είναι ασφαλή, όσο ο καπιταλισμός κυριαρχεί. Ας αναλογιστούμε μόνο, εδώ, τι γίνεται με το οκτάωρο, την εργασία τις Κυριακές, τη συλλογική διαπραγμάτευση, την προστασία των συντάξεων…
Τα στοιχειώδη κι αυτονόητα, δηλαδή. Ποιος «ρεφορμιστής» θα αποδεχόταν, πριν από κάποια χρόνια, την πρόγνωση πως θα μας τα στερούσαν όλα αυτά; Κομμουνιστική ιδεοληψία, μνησίκακη κακοπιστία – αυτό θα ήταν μια τέτοια πρόγνωση.
Να, όμως, που, για πολλοστή φορά, δικαιώνονται οι ιδεοληπτικοί και οι κακόπιστοι. Αυτοί που λένε πως δεν ζούμε στον «καλύτερο των δυνατών κόσμων», αλλά, από ορισμένες κρίσιμες απόψεις, σε έναν από τους χειρότερους δυνατούς.
Το κακό, δυστυχώς, είναι πως σήμερα είναι εξαιρετικά αδύναμη αυτή η προοπτική. Στην Ευρώπη, δεν θα βρούμε παρά ελάχιστες πολιτικές δυνάμεις, που σημαίνουν κάτι «από την άποψη του σοσιαλισμού». Ή που σημαίνει πραγματικά κάτι ο σοσιαλισμός γι’ αυτές.
Από το σύνολο των σχετικά μαζικών κομμάτων της Αριστεράς, ελάχιστα είναι αυτά που δεν αφήνουν τον κόσμο της εργασίας «παγερά αδιάφορο».
Οχι μόνο επειδή ευκολότατα διατίθενται να γίνουν σεβαστά και αποδεκτά μέλη του πολιτικού συστήματος και διαχειριστές ακόμη και των πιο ακραίων πολιτικών λιτότητας και κοινωνικής καταστροφής, αλλά, κυρίως, πριν φτάσουν –«αναπόφευκτα»;– σε αυτό, γιατί δεν δείχνουν κανένα ουσιαστικό ενδιαφέρον για την προγραμματική δουλειά στην κατεύθυνση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Προσχηματικά τσαλαβουτήματα και δημαγωγικά συνθήματα είναι, τις περισσότερες φορές, ό,τι υπάρχει σ’ αυτόν τον τομέα – εμείς, στην Ελλάδα, έχουμε πλούσια σχετική εμπειρία.
Από αυτήν την άποψη, παρουσιάζουν, νομίζω, μεγάλο ενδιαφέρον οι εξελίξεις στο Εργατικό Κόμμα της Βρετανίας μετά τη μαζική είσοδο στους κόλπους του ριζοσπαστικών τμημάτων εργαζόμενων και νέων, που είχε ως αποτέλεσμα τη συντριπτική επικράτηση του Κόρμπιν. Εκεί, λοιπόν, φαίνεται πως τα πράγματα είναι σοβαρά – όπως και οι άνθρωποι.
Γι’ αυτό και συζητούν σε βάθος, π.χ., για τα μοντέλα δημόσιας ιδιοκτησίας που πρέπει να αξιοποιηθούν, για το είδος του κράτους που χρειάζονται οι εργαζόμενοι και οι κατώτερες τάξεις. Συζητούν, δηλαδή, σοβαρά γι’ αυτά που μια δική τους κυβέρνηση πρέπει να ξέρει πώς θα κάνει.
Οι αριστεροί εργατικοί δεν διακηρύττουν απλά πως είναι γνήσια αφοσιωμένοι στην ανάγκη να αποκατασταθούν –έπειτα από σχεδόν 40 χρόνια άγριου θατσερομπλερισμού– οι δημόσιες υπηρεσίες και να αναστραφούν οι ιδιωτικοποιήσεις των βασικών τομέων – αυτά μας τα ’παν κι άλλοι.
Η μεγάλη διαφορά συνίσταται στο γεγονός πως ένας μεγάλος αριθμός αγωνιστών, μεταξύ των οποίων ο ίδιος ο Κόρμπιν και ο ΜακΝτόνελ, ερευνούν τους τρόπους με τους οποίους όλα αυτά θα γίνουν, από νομική και οικονομική άποψη, πώς θα χρηματοδοτηθούν, πώς –με ποιες, ακριβώς, θεσμικές μορφές– θα γίνουν κτήμα της κοινωνικής πλειοψηφίας με δημοκρατικό τρόπο, έτσι ώστε ο χιλιοτραγουδισμένος κι από εμάς, τους Ελληνες «ριζοσπάστες», κοινωνικός και εργατικός έλεγχος να αποκτήσει πραγματική υπόσταση. Και, ευτυχώς, κάνουν πολλή και καλή δουλειά.
Γι’ αυτό θα έλεγα πως, «από την άποψη του σοσιαλισμού», αξίζουν πολύ περισσότερο από ολόκληρο το «Ευρωπαϊκό Κόμμα της Αριστεράς» μαζί.
