Σε μία εποχή, όπως η νεωτερική και μετανεωτερική, με τους τεράστιους πλέον ρυθμούς ανάπτυξης της τεχνολογίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ανθρώπινη ευημερία αλλά και για τους εφιαλτικούς κινδύνους που η ανεξέλεγκτη αυτή ανάπτυξη σηματοδοτεί, η ιστορία της τεχνολογίας αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι μόνο επιστημολογικό και γνωσιολογικό γενικότερα, αλλά και πρακτικό και κοινωνικό.
Δεν προτίθεμαι να αναφερθώ εδώ στον δογματισμό του τεχνολογικού ντετερμινισμού, που άκαμπτα και δεσμευτικά υποστηρίζει τη λογικά αναπόφευκτη εξέλιξη της τεχνολογίας και την πορεία της προς τη συνεχή πρόοδο, ούτε θα αναφερθώ στη σημασία της «ενδεχομενικότητας» ή των μη «αντικειμενικών» παραγόντων στην ανάπτυξη της τεχνολογίας και της ιστορίας της.
Αντ’ αυτού θα ήθελα να προτείνω το πολύ αξιόλογο, ενδιαφέρον και κατατοπιστικό βιβλίο, από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, «Ιστορίες της τεχνολογίας», σε επιμέλεια Τέλη Τύμπα και Ειρήνης Μεργούπη-Σαββαΐδου (Ηράκλειο 2013), όπου τα θέματα αυτά –όπως και άλλα ενδιαφέροντα ζητήματα, που άπτονται, π.χ. του ρόλου του κράτους και της ιδεολογίας ή των έμφυλων στερεοτύπων– προβάλλονται και συζητιούνται με παραδειγματική αναφορά σε τέσσερις κρίσιμες τεχνολογίες του 20ού αιώνα: τα αυτοκίνητα, τα αεροπλάνα, τους πυρηνικούς αντιδραστήρες και τους υπολογιστές.
Αυτό που ωστόσο θα ήθελα εδώ να επισημάνω, το οποίο εμφανίζεται ιδιαίτερα προβληματικό και θα μπορούσε, κατά τη γνώμη μου, να συσχετιστεί και με την ιδεολογία του τεχνολογικού ντετερμινισμού, είναι το υποτιθέμενο ιστορικά, ανθρωπολογικά και κοινωνιολογικά εδραιωμένο «κοινότοπο» πρωτείο της νεωτερικής τεχνικής έναντι της επιστήμης, όπως αυτό προτείνεται από τον Χάιντεγκερ, και συζητείται αλλά και, όπως φαίνεται, υποστηρίζεται από τη Μαγγίνη, στο επίσης πολύ αξιόλογο, ενδιαφέρον και μεστό βιβλιογραφικών αναφορών και κριτικών συζητήσεων βιβλίο της «Για μια ερμηνευτική του τεχνικού κόσμου.
Από τον Χάιντεγκερ στη σύγχρονη τεχνοεπιστήμη» (Πατάκης, Αθήνα 2010, σσ. 31 κ.ε.). Το ζήτημα του πρωτείου της τεχνικής γίνεται βέβαια ιδιαίτερα προβληματικό, κυρίως αν η θεώρηση δεν επικεντρώνεται στις προϊστορικές ή αρχαϊκές περιόδους του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αλλά στη διαχρονία της, και πιο συγκεκριμένα στη νεωτερική και μετανεωτερική μας εποχή.
Οπως συναφώς σημειώνω (Ι. Ν. Μαρκόπουλος, «Επιστήμη, τεχνολογία και φιλοσοφικός στοχασμός. Ιστορικές επισκοπήσεις και γνωσιολογικές και αξιολογικές συσχετίσεις», University Studio Press, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, υπό έκδοση 2018), δύο σύγχρονα χαρακτηριστικά παραδείγματα από τη θεωρητική φυσική είναι αρκετά για να απορρίψουν την αφοριστική και επιστημολογικά λανθασμένη αποδοχή ενός καθολικού, διαχρονικού πρωτείου της νεωτερικής αλλά και μετανεωτερικής τεχνικής έναντι της επιστήμης.
Το πρώτο αφορά την Ειδική (1905) όσο και τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας (1916) του Αϊνστάιν σε σχέση τόσο με τη μετέπειτα πειραματική τους επαλήθευση, όσο επίσης, σε εφαρμοσμένο επίπεδο, και με τη λειτουργία του τεχνικού συστήματος θεσιθεσίας GPS (Global Positioning System), η λειτουργία του οποίου στηρίζεται τόσο στην ειδική όσο και στη γενική σχετικότητα. Ανάλογες βέβαια παρατηρήσεις ισχύουν και για το δεύτερο χαρακτηριστικό παράδειγμα, των κβαντικών υπολογιστών, που προϋποθέτουν το πρωτείο της κβαντομηχανικής θεωρίας.
Πλήρης διαφωνία εκφράζεται επίσης αναφορικά με την άποψη του Spengler, όπως την παραθέτει η Μαγγίνη (σ. 66), που υποστηρίζει [ο Spengler] ότι «δεν υπήρχαν τεχνικές εφευρέσεις στην αρχαιότητα, καθώς τα αρχαία τεχνήματα δεν ήταν τίποτε άλλο από προεκτάσεις ή υποκατάστατα των ανθρώπινων οργάνων [και ότι] καμία συστηματική σύνδεση γνώσεων και τεχνικής δεν πραγματοποιήθηκε στην αρχαιότητα, καθώς κανένας δεν σκέφτεται σοβαρά να εισαγάγει τη γνώση στην πρακτική διαμόρφωση της ζωής».
Παρόμοιες θέσεις, τόσο απόλυτα εκφρασμένες δεν μπορούν να τεκμηριωθούν με βάση την ιστορία της αρχαίας ελληνικής τεχνολογίας και τα τόσα βιβλιογραφικά δεδομένα και ευρήματα, που μαρτυρούν το εντελώς αντίθετο (Θ. Π. Τάσιος, «Αρχαία ελληνική τεχνολογία». Αφιέρωμα «Καθημερινή», «Επτά ημέρες». Επιμ. αφιερώματος Ελευθερία Τραΐου, Κυριακή 4 Ιανουαρίου 1988). Εντελώς ενδεικτικά αναφέρονται επίσης εδώ, εκτός των τόσων άλλων, η εκτροπή του ποταμού Αλυ, από τον Θαλή (6ος π. Χ. αιώνας), η κατασκευή της 1.036 μέτρων Ευπαλίνειας σήραγγας στο Πυθαγόρειο της Σάμου (6ος π.Χ. αιώνας) και ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων (2ος π.Χ. αιώνας), που αποτελούν επιτεύγματα μεγάλης τεχνολογικής δυσκολίας αλλά και πρακτικής σπουδαιότητας.
Αυτό πάντως που σίγουρα μπορεί να υποστηριχτεί –και μάλιστα κατ’ αναλογία και προς άλλα παρόμοια ιστορικά και επιστημολογικά ζητήματα πρωτείου, όπως μεταξύ θεωρίας και πειράματος ή ορθολογισμού και εμπειρισμού– είναι ότι μέσα από όχι πάντα εύκολα προσδιορίσιμους μηχανισμούς αλληλεπίδρασης, αλλά και μέσα από διαχρονικές κοινωνικο-πολιτικές, ιδεολογικές και πολιτισμικές επιδράσεις, η τεχνική εμφανίζεται να είναι εγγενής στην επιστήμη, αλλά και η επιστήμη να είναι εγγενής στην τεχνική. Κατ’ αναλογία λοιπόν, άλλοτε φαίνεται να έχει η μία το πρωτείο –με όλες τις ιστορικές και επιστημολογικές δυσκολίες που μια τέτοια απόλυτη αναγνώριση συνεπάγεται– και άλλοτε η άλλη.
* καθηγητής Φιλοσοφίας της Τεχνοεπιστήμης στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΠΤΔΕ του ΑΠΘ
