
Η αληθινή Αριστερά δεν πέρασε στον δεύτερο γύρο παρά τη θεαματική άνοδό της (+75%) σε σχέση με το 2012.
Οι ψηφοφόροι της βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα σοβαρό δίλημμα. Τόσο ο Εμανουέλ Μακρόν όσο και η Μαρίν Λεπέν αποτελούν, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, πολύ δύσκολες, αν όχι αδιανόητες επιλογές.
Ο πρώτος, μέλος της γαλλικής και ευρωπαϊκής ελίτ, είναι ένας ικανός τεχνοκράτης που διαδραμάτισε θεμελιώδη ρόλο στον νεοφιλελεύθερο εργασιακό νόμο, εναντίον του οποίου ξεσηκώθηκαν τα κοινωνικά κινήματα, και έχει ανακοινώσει την πρόθεσή του να ολοκληρώσει την αποδόμηση των εργασιακών.
Η εθνικοσοσιαλίστρια πρόεδρος του Εθνικού Μετώπου έχει έναν ξενοφοβικό και απολυταρχικό λόγο και μεταμφιέζει, με τη ρητορική περί στήριξης των αδύναμων, ένα αντικοινωνικό πρόγραμμα που σκοπεύει να συσπειρώσει γύρω από τον ηγέτη έναν ομογενοποιημένο λαό στο όνομα του αγώνα κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας.
Το δίλημμα, ανάλογο με αυτό που απαντά σε Ελλάδα, Ισπανία, ΗΠΑ και αλλού, είναι το εξής:
Πώς να αποφύγουμε το χειρότερο χωρίς να δώσουμε τροφή στο κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο σύστημα;
Θα πρέπει η Αριστερά να ψηφίσει Μακρόν για να κλείσει τον δρόμο στο Εθνικό Μέτωπο ή να απόσχει;
Για όσους κλίνουν προς την πρώτη επιλογή, η ψήφος στον Μακρόν είναι «το μη χείρον βέλτιστον» μπροστά στον εφιάλτη μιας ακροδεξιάς κυβέρνησης.
Οσοι δεν πείθονται –μια μη αμελητέα μερίδα «ανυπότακτων» και αριστερών διανοούμενων– εκτιμούν ότι το εκλογικό σύστημα έχει εξελιχθεί σε τροχοπέδη για τις όποιες γνήσιες εναλλακτικές.
Υπό αυτήν την οπτική, το Εθνικό Μέτωπο χρησιμεύει ως στήριγμα στο νεοφιλελεύθερο σύστημα, το οποίο αντλεί από την Ακροδεξιά τη νομιμοποίηση για να κυβερνήσει.
Η ψήφος στον Μακρόν επομένως θα επέφερε τη γιγάντωση των κυρίαρχων πολιτικών και ενδεχομένως να αυξήσει τις πιθανότητες του Εθνικού Μετώπου να ανέλθει στην εξουσία σε πέντε χρόνια.
Μετά τη διαφαινόμενη νίκη του Μακρόν, τα διάφορα ρεύματα της Αριστεράς, με εξαίρεση την «πασοκοποιημένη» πλέον Δεξιά του Σοσιαλιστικού Κόμματος, θα πρέπει να ανασυνταχθούν και να ενώσουν τις δυνάμεις τους για τις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου.
Οι εκλογές αυτές αποκτούν μείζονα σημασία καθώς το γαλλικό θεσμικό σύστημα έχει μπει σε κρίση και το αίτημα για μια ουσιαστική και ανανεωμένη δημοκρατία γίνεται ολοένα πιο επιτακτικό.
*Πολιτειολόγος, κοινωνιολόγος, ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS)
