Δύο Ελλάδες αποτυπώθηκαν αυτές τις ημέρες μέσα από δύο συνεντεύξεις. Αυτή του Κώστα Μενουδάκου και εκείνη του Γρηγόρη Δημητριάδη. Ο κ. Μενουδάκος, που μαζί με τον κ. Ράμμο πολεμήθηκαν επειδή δεν υποχώρησαν από την υπεράσπιση του κράτους δικαίου. Δήλωσε («Βήμα της Κυριακής») ότι είναι αδιανόητη η μη εφαρμογή αποφάσεων του ανώτατου δικαστηρίου. Ο κ. Ανδρουλάκης, θυμίζω, ακόμη να ενημερωθεί για τους λόγους που παρακολουθούνταν. «Δεν είναι δυνατόν μια τόσο εκτεταμένη και δαπανηρή επιχείρηση να οργανώθηκε από έναν ιδιώτη», είπε επίσης ο κ. Μενουδάκος, εκτιμώντας ότι από τις ενέργειες του Αρείου Πάγου «επωφελείται η κυβέρνηση».
Από την άλλη, ο πρώην γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού Γρηγόρης Δημητριάδης, ο οποίος είναι πλέον -με δική του παραδοχή- το πολιτικό πρόσωπο που αναγνωρίζει την πολιτική ευθύνη για το σκάνδαλο των υποκλοπών, αλλά λέει ότι το έκανε για την πατρίδα και την παράταξη («Real News»). Χωρίς να εξηγεί ποιο είναι αυτό το συμφέρον παρακολούθησης του μισού υπουργικού συμβουλίου, της ηγεσίας των ενόπλων δυνάμεων και αρχηγού κόμματος.
Οι υποκλοπές αφορούν τη λειτουργία των θεσμών, οι οποίοι δεν υπηρετούνται στα λόγια αλλά με τον έμπρακτο σεβασμό. Ακόμη και τα επιχειρήματα δείχνουν το αδιέξοδο. Γιατί όταν αντί επιχειρήματος ισχυρίζεσαι ότι ο Ανδρουλάκης έχει κόμπλεξ, τότε υπάρχει ένδεια και δυσκολία δικαιολόγησης. Σε κάθε περίπτωση, οι ταυτόχρονες παρεμβάσεις Μενουδάκου και Γρηγοριάδη δείχνουν καθαρά ποιες είναι οι επιλογές. Διαλέγουμε και παίρνουμε…
