Εχω μπερδευτεί τόσο με τη στάση της κυβέρνησης όσο και με εκείνη της αντιπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ) στα ελληνοτουρκικά. Από τη μία η αντιπολίτευση εγκαλεί την κυβέρνηση για ενδοτισμό καθώς επιμένει στην ελληνοτουρκικό διάλογο, παρότι η Τουρκία δεν παραιτείται από τις μονομερείς διεκδικήσεις της και από την άλλη την κατηγορεί για προχειρότητα και ερασιτεχνισμό στην οργάνωση της συνάντησης στη Νέα Υόρκη βλάπτοντας το κύρος της Ελλάδας.
Την ίδια ώρα τόσο ο Νίκος Ανδρουλάκης όσο και ο Σωκράτης Φάμελλος υπενθυμίζουν στον Κυριάκο Μητσοτάκη να μη διανοηθεί να εντάξει στον ελληνοτουρκικό διάλογο ζητήματα που δεν σχετίζονται με τη «μία και μόνη διαφορά» Ελλάδας και Τουρκίας, που είναι ο καθορισμός ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας.
Το παρελθόν έχει δείξει ότι η εμμονή στην πολιτική της «μίας και μόνης διαφοράς» δεν οδηγεί σε επίλυση της ελληνοτουρκικής διένεξης, αλλά στη διαιώνισή της. Επομένως η κυβέρνηση, η οποία υποτίθεται προάγει την ελληνοτουρκική προσέγγιση που διατηρεί τα «ήρεμα νερά» στο Αιγαίο, αλλά και το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουν αν επιθυμούν την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, προφανώς μέσω προσφυγής στη Διεθνή Διαιτησία, ή προτιμούν τη διατήρηση της ελληνοτουρκικής διαμάχης.
Η θέση τους επιβάλλεται να είναι σαφής και όχι να διαμορφώνεται με γνώμονα το εσωτερικό ακροατήριο. Κατά την άποψή μου η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών εν καιρώ ηρεμίας και ειρήνης εξυπηρετεί περισσότερο τα εθνικά συμφέροντα σε σχέση με μια διαπραγμάτευση υπό πίεση που μπορεί να προκαλέσει ένα επεισόδιο έντασης ή μια διεθνή πίεση (αμερικανική) προκειμένου να διευθετηθούν τα ζητήματα καθορισμού των θαλάσσιων ζωνών, απαραίτητης προϋπόθεσης για την εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων στην ανατολική Μεσόγειο.
