Σκιρτήσαμε. Στο αρχικό άκουσμα προοπτικής επανόδου σε πρωταγωνιστικό ρόλο της ομάδας μπάσκετ του Αρη. Χθες, η γενική συνέλευση της διοίκησης επισημοποίησε την παρουσία του 24χρονου επιχειρηματία Ρίτσαρντ Σιάο. Αν δεν δούμε πράξεις, είμαστε επιφυλακτικοί. Αλλά η χαρά-προσδοκία δεν μειώνεται ώς την ημέρα που θα σηκώσει τα μανίκια για να πιάσει δουλειά και θα βάλει το χέρι στην τσέπη. Η ομάδα μπάσκετ του Αρη υπήρξε στα χρόνια του 1980 η ομάδα όλων μας.
Τρεις δεκαετίες μοιάζει κοιμώμενος γίγαντας. Γίγαντας, αν και κοιμώμενος, επειδή τον ακολουθεί μαγνητικό πεδίο από τα χρόνια Γκάλη – Γιαννάκη. Ομάδα-καπετάνισσα ανάπτυξης διά του προφανούς αγωνιστικού χαρίσματος. Αμαξοστοιχία της εκτόξευσης του μπάσκετ, γενικότερα του ενδιαφέροντος για τον αθλητισμό. Εκλεινε τα βράδια της Πέμπτης τις οικογένειες στα σπίτια, ερήμωναν για δύο ώρες οι δρόμοι, ανάγκαζε θέατρα και άλλα θεάματα να αργούν. Οχι μόνο λόγω μειωμένης προσέλευσης του κοινού αλλά και «επειδή οι συντελεστές των παραστάσεων επίσης βλέπαμε Αρη, ομάδα με αγωνιστική και υποκριτική ικανότητα, δηλαδή υψηλή αισθητική», μας είχε πει ο ηθοποιός-κολοσσός Γιώργος Μιχαλακόπουλος («Αθλητική Ηχώ», 20/12/1991).
Θαυμασμός ταλέντου, διεθνής εκπροσώπηση της Μακεδονίας σε εποχές αμφισβήτησης, πολλοί γηγενείς υπό την μπαγκέτα του Γιάννη Ιωαννίδη. Δεν ήταν ομάδα μισθοφόρων παικτών, όσων εναλλάσσονται, όπως στους σαρωτικούς Παναθηναϊκό και Ολυμπιακό της εποχής μας. Ο Αρης ήταν τοπικό δημιούργημα. Κοινός μύθος δοκιμαζόμενης κοινωνίας. Θέση μπροστά στην τηλεόραση τις «Πέμπτες του Αρη» έπαιρναν οι μητέρες, οι γιαγιάδες. Επειδή ο Αρης, συνώνυμος θεάματος, έδινε αίσθηση οικογένειας και όχι αθλητικής επιχείρησης!
Μεγιστοποίησε το ενδιαφέρον, την οικονομία του μπάσκετ, γενικότερα του αθλητισμού. Η συνοχή του έδειχνε δρόμους. Μεταξύ άλλων, πώς μπορεί ο ανέκφραστος επαγγελματίας (Γκάλης) να συμπράττει αρμονικά με τον, συχνά δακρυσμένο, τύπο του μέσου νεοέλληνα (Γιαννάκης). Μάθημα ζωής προς κοινωνία αρεσκόμενη σε, συνήθως αναίτιους, εμφύλιους…
