Η σύγκλιση της ελληνικής Αυτοδιοίκησης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο αποτελεί διαχρονικό αίτημα των αιρετών της χώρας. Και το αίτημά τους για περισσότερη πολιτική, διοικητική και οικονομική αυτονομία επανέρχεται πιο επιτακτικά σήμερα, όπου η κατάσταση στον αυτοδιοικητικό θεσμό κάθε άλλο παρά ευρωπαϊκή είναι. Ασφυκτικές οι οικονομικές συνθήκες, παγιωμένη η υποστελέχωση, ενώ οι πολιτικοί όροι αλλάζουν κατά το δοκούν με γνώμονα κυβερνητικές/κομματικές σκοπιμότητες της στιγμής. Και απέναντι στα «καυτά» αιτήματα των δημάρχων, η κυβέρνηση απαντά με… αλλαγή του εκλογικού νόμου.
Σε ένα αναλυτικό σημείωμά του στην ιστοσελίδα constitutionalism.gr (τίτλος: «Η εκλογή δημάρχων και περιφερειαρχών “μειοψηφίας” αποδυναμώνει νομικοπολιτικά την Τοπική Αυτοδιοίκηση»), ο δικηγόρος και νυν περιφερειακός σύμβουλος Στερεάς Ελλάδας (πρώην δήμαρχος Αυλώνος Ευβοίας) Δημήτρης Ι. Κατσούλης ασκεί τεκμηριωμένη κριτική στην κυβερνητική πρόταση για κατάργηση του δεύτερου εκλογικού γύρου και εισαγωγή της «συμπληρωματικής ψήφου».
Οπως εξηγεί, το εκλογικό μοντέλο βάσει του οποίου οι ψηφοφόροι, στο ίδιο ψηφοδέλτιο, επιλέγουν πέραν του βασικού υποψηφίου της προτίμησής τους ακόμη έναν υποψήφιο ως δεύτερη επιλογή, εφαρμόστηκε στην ευρωπαϊκή επικράτεια μόνο στη Μεγάλη Βρετανία, μεταξύ 2000-2022, αρχικά για την εκλογή δημάρχου Λονδίνου και από το 2015 σε συνολικά 16 βρετανικούς δήμους. Καταργήθηκε όμως το 2022 «καθώς δεν ικανοποιούσε πλέον τον σκοπό της καθιέρωσής του, δηλαδή την ενίσχυση των υποψηφίων των δύο ισχυρών κομμάτων (Συντηρητικών και Εργατικών)», επισημαίνει ο έμπειρος αυτοδιοικητικός. Συμπέρασμα; Το προτεινόμενο από την κυβέρνηση εκλογικό σύστημα εφαρμόστηκε μερικώς στη Μεγάλη Βρετανία και καταργήθηκε ως αποτυχημένο, έχοντας εξυπηρετήσει συγκυριακές κομματικές ανάγκες. Στην ηπειρωτική Ευρώπη επικρατούν αναλογικά συστήματα, σημειώνεται.
«Η κυβέρνηση διά του υπουργού Εσωτερικών προωθεί ένα σύστημα παντελώς ξένο με τη δημοκρατική παράδοση της ελληνικής Τοπικής Αυτοδιοίκησης αλλά και της ευρωπαϊκής», παρατηρεί ο κ. Κατσούλης. Η πρόταση της «συμπληρωματικής ψήφου» δίνει περιθώριο να αναδειχθεί δήμαρχος ή περιφερειάρχης ένας υποψήφιος που ως «πρώτη επιλογή» προτιμήθηκε ακόμα και από λιγότερο του 20% των ψηφοφόρων και να διοικεί με 60% πλειοψηφία στο δημοτικό ή περιφερειακό συμβούλιο. Η εκλογή τοπικών αρχών «με ισχνές σχετικές πλειοψηφίες δεν θα τις καταστήσει ικανές να ανταποκριθούν στον ρόλο τους. Αντιθέτως θα επιτείνει τη χειραγώγηση και την υποβάθμιση», υπογραμμίζει ο κ. Κατσούλης.
