Σχεδόν όλος ο πλανήτης χάνεται σήμερα μέσα στην ατελείωτη επικράτεια της συνεχούς αύξησης των συχνά απατηλών επαφών, βαδίζοντας στα μοτίβα νοητικής λογιστικής που απλά «βολεύει» στο φαντασιακό των ατόμων τις προσδοκίες με τις ευκαιρίες.
Στον «χαρούμενο» κόσμο της ασταμάτητης δικτύωσης, στην άβυσσο του infotainment, στις μικρές και μεγάλες διαδικτυακές Silicon Valley του ψηφιακού πλανήτη, το χρήμα μοιάζει στα μάτια των entrepreneurs να βρίσκεται πάντα σε κοντινή απόσταση.
Η πραγματική αγορά όμως είναι ένα ανομοιογενές σύνολο από καταναλωτές, παραγωγούς και επενδυτές που συνθέτουν ένα διαρκές συμπεριφορικό παίγνιο «στρατηγικής αλληλεπίδρασης».
Χωρίς λοιπόν στρατηγική στόχευση και άνευ σχεδιασμού εναλλακτικών σεναρίων μια αποκλίνουσα σκέψη, μια άγρια ιδέα ή μια προσοδοφόρα εφεύρεση, όσο και αν μπορούν να ταξιδέψουν σήμερα στον ανοριοθέτητο χώρο του διαδικτύου, δύσκολα γίνονται αποδεκτά ως «εμπόρευμα» στην αληθινή αγορά.
Το «συγκριτικό πλεονέκτημα» της παραδοσιακής οικονομικής θεωρίας έχει μετατραπεί σε «στρατηγικό πλεονέκτημα» ακόμα και όταν αναφερόμαστε στην έννοια της καινοτομίας, έννοια που ενθουσιάζει και παροτρύνει πολλούς σε σχέδια και δήθεν εφικτούς στόχους (χωρίς όμως χάραξη ορίων στο ιντερνετικό σύμπαν).
Τα νέα παιδιά που φτιάχνουν μια start up δεν πρέπει να κάνουν το κοινό «συστημικό λάθος»: να αγνοούν την αρχιτεκτονική και τη μηχανική της σύγχρονης χρηματοπιστωτικής υπερδομής( shadow banking).
Ο σημειοκαπιταλισμός εφηύρε νέες έννοιες (όπως mentoring και coaching) αλλά και νέα «σχήματα» (όπως hubs, incubators, accelerators) που έχουν αρχίσει και εκτοπίζουν την παραδοσιακή έννοια της στρατηγικής στον κόσμο κυρίως της μικροεπιχειρηματικότητας.
Ολη όμως αυτή η «κουλτούρα μη επιστημονικής υποστήριξης» του επιχειρείν δεν είναι παρά η προσπάθεια που κάνει εδώ και δεκαετίες το οικονομικό σύστημα ώστε να αναδιαρθρωθεί και να αντέξει στη διαδικτυακή εποχή και κυρίως στην οικονομία του μηδενικού οριακού κόστους (Rifkin).
