Εντάχθηκα στον ΣΥΡΙΖΑ (προερχόμενος από ΕΔΑ, ΚΚΕ, Συνασπισμό) αμέσως με τη δημιουργία του εδώ και χρόνια και δεν το μετάνιωσα. Με γοήτευσε ο ΣΥΡΙΖΑ όταν έπεφτε σε λάθη που μπορούν να κάνουν οι μανιακοί, και τώρα προσαρμόζεται στις κοινοτοπίες που αρέσουν στους ματαιόδοξους. Εν τω μεταξύ πιστεύω πως έγινα φυσιολογικός, όχι πια μανιακός, και όχι πια ματαιόδοξος. Ελπίζω αυτή η φυσιολογική κατάσταση να έχει διάρκεια, αναζητώντας περίπου τα ίδια πράγματα, ίσως με μεγαλύτερη τάξη και με μια πιο σαφή αντίληψη του ορίου που διαχωρίζει -και πρέπει να διαχωρίζει- στον ορίζοντα το φαντασιακό από το ρεαλιστικό.
Ποτέ δεν κατάφερα να πιάσω τον λαγό, και δεν πίστεψα ποτέ ότι υπήρχε στ’ αλήθεια. Αλλά τον κυνήγησα, και εξακολουθώ να τον κυνηγώ. Μπορώ λοιπόν να μιλήσω για όλα όσα είδα και άκουσα τρέχοντας: ο δικός μου τρόπος και των άλλων, η πίστα στην οποία τρέχουμε, δηλαδή μερικά γεγονότα της ελληνικής κοινωνίας, μερικές ιδέες για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, την πολιτική αυτών των χρόνων. Υστερα, για το ομοίωμα του λαγού που τρέχει μπροστά μας, εκείνο το ακαθόριστο και μοναδικό αντικείμενο που είναι η προσμονή της ευτυχίας και, τέλος, ο ρυθμός της κούρσας, η μοναδική σίγουρη αλήθεια, μ’ άλλα λόγια το απόλυτο και ανεξήγητο πράγμα που βρίσκεται πριν και μετά (αλλά όχι κατά τη διάρκεια) από όλα τα άλλα, και που είναι ο χρόνος.
Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να φτάσω στο παρόν ή ότι η ευτυχία είναι κάτι που θα πιάσουμε και θα συλλάβουμε. Ισως εγώ να πάσχω από απάθεια. Ισως να είμαστε όλοι μας απαθείς. Γι’ αυτό αγαπάμε τον μεσημεριανό ήλιο που γεμίζει ολόκληρο τον ουρανό και τον αδειάζει, που ισοπεδώνει τα πράγματα δίχως να τα αγγίζει, που περιορίζει τις σκιές σε λεπτές πένθιμες κορδέλες, που απαστράπτει επάνω μας για να αποκρύψει όλα όσα πρέπει να δούμε. Για τον λόγο αυτό καρφώνουμε το βλέμμα στο φως που, όπως λέει ο Αϊνστάιν, είναι η σκιά του Θεού. Το φως τυφλώνει.
