Οι καλοκαιρινοί εκδρομείς της δεκαετίας του ’70, τότε που οι παραλίες ήταν σχεδόν άδειες από ομπρέλες, ξαπλώστρες, μπιτσόμπαρα, ίσως θυμούνται κάποιες άλλες «μάχες» της ομπρέλας και της πετσέτας που δίνονταν, ιδιαίτερα τον Αύγουστο, στα μπάνια του λαού. Αρκετοί έσπευδαν σχεδόν χαράματα στην παραλία για να καπαρώσουν με πετσέτες και ομπρέλες τις καλύτερες «θέσεις» μπροστά στο κύμα, άσχετα αν έκαναν το μπάνιο τους πολύ αργότερα.
Και φρόντιζαν να αγοράσουν τις πιο μεγάλες ομπρέλες για τη μεγαλύτερη σκιά, με μυτερό κοντάρι για να χώνεται βαθιά στην άμμο, ή με βάσεις από πλαστικό που γέμιζε νερό, ακόμα και τσιμεντένιες για σταθερότητα. Οριοθετούσαν τον χώρο κι αλίμονο αν πήγαινες να «κλέψεις» λίγη από τη σκιά της ομπρέλας, που την περιφρουρούσαν με πετσέτες, καρεκλάκια, φορητά ψυγειάκια κ.λπ.
Τότε για τη μεσαία τάξη ήταν πολυτελές όνειρο οι διακοπές σε ξενοδοχείο με δική του παραλία, ήταν «μαγκιά» να χτίσεις εξοχικό, νόμιμα ή μη, μπροστά στη θάλασσα. «Τείχη» μόνιμα ή εποχικά υψώθηκαν στον αιγιαλό, φτάνοντας στο σημερινό όργιο αυθαιρεσίας και παρανομίας με τη συνενοχή του Δημοσίου. Γι’ αυτό είναι άξιο θαυμασμού και επαίνου το λαϊκό κίνημα για ελεύθερες και προσβάσιμες παραλίες που εξαπλώνεται και φέρνει αποτελέσματα αποδεικνύοντας ότι όταν δεν λειτουργεί το κράτος, λειτουργούν οι πολίτες. Και ακριβώς επειδή είναι ανεξάρτητο κίνημα πολιτών, δεν χρειάζεται την «ομπρέλα» κανενός κόμματος, ιδιαίτερα τώρα που μπαίνουμε σε φάση εκλογών στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Για να πω όμως κι ένα καλό για τους δήμους. Φέτος παρατηρώ πως αρκετοί σε όλη την Ελλάδα έχουν τοποθετήσει στις παραλίες ειδικές ράμπες για την αυτόνομη πρόσβαση των συνανθρώπων μας με κινητικά προβλήματα στη θάλασσα. Τέτοια συστήματα δεν υπήρχαν τη δεκαετία του ’70.
