Προ ημερών ήταν στην εκπομπή της Σταματίνας Τσιμτσιλή στον ALPHA ο Αλέξης Τσίπρας, σε μια συνέντευξη που ήταν, κατά την ομολογία πολλών, πολύ καλή, όχι μόνο από την πλευρά του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ αλλά κι από αυτήν της παρουσιάστριας.
Προχθές ήταν ο υφυπουργός Πολιτισμού στην εκπομπή της Φαίης Σκορδά στον ΣΚΑΪ για μια συνέντευξη στην οποία και η ίδια και η ομάδα της εμφανίστηκαν πολύ διαβασμένοι και δεν επέτρεψαν… περίπατο. Αυτές τις μέρες έχουμε κι άλλα –πλήθος– τέτοια παραδείγματα «απρόβλεπτων» εμφανίσεων πολιτικών, αρχής γενομένης από την εκπομπή της Ναταλίας Γερμανού, όπου συνέντευξη έδωσε ο πρωθυπουργός και μετά ο γ.γ. του ΚΚΕ.
Ηδη από τη δίκη του Λιγνάδη λέγαμε ότι αρκετά απ’ ό,τι μάθαμε να λέμε «πρωινάδικα» και «μεσημεριανάδικα» έκαναν σωστή, αντικειμενική δουλειά στην κάλυψη – άραγε ελλείψει τότε… ενδιαφέροντος από την επίσημη ειδησεογραφία των καναλιών; Υπήρχαν βέβαια και οι… συνήθεις ύποπτοι που έκαναν ό,τι κάνουν πάντα, κουτσομπολιό και κιτρινισμό με μια πατίνα δήθεν ρεπορτάζ και απόπειρα επιρροής του κοινού.
Αλλά και τώρα, σε μία δύσκολη προεκλογική περίοδο, καθώς ένα μεγάλο μέρος των ομιλιών, των θέσεων και των αντιπαραθέσεων έχει μετακινηθεί στα κοινωνικά δίκτυα και στην τηλεόραση και δεδομένου ότι σ’ αυτήν ειδικά εξέλιπαν τα πολιτικά talk shows, οι υποψήφιοι βρίσκουν ένα βήμα χρονικά πιο γενναιόδωρο σε αυτές τις εκπομπές. Είναι άλλωστε μια εισαγόμενη Made in USA πρακτική η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις επιτρέπει σ’ έναν πολιτικό να εμφανιστεί «αλλιώς», πιο «ανθρώπινος» και οικείος.
Αυτά ως προς την παρατήρηση του φαινομένου. Θα μπορούσε κάποιος ωστόσο να συμπληρώσει ότι μάλλον θα έπρεπε να ανησυχεί και το επίσημο ρεπορτάζ και την τηλεοπτική ειδησεογραφία και τέλος-τέλος το σινάφι ολόκληρο να επισημαίνεται όλο και περισσότερο, όλο και πιο εμφατικά, η «αντικειμενικότητα» και η ευστοχία που επιδεικνύουν παρουσιάστριες και πάνελ εκπομπών ποικίλης ύλης, είτε σε ζοφερές υποθέσεις, όπως του Λιγνάδη, είτε σε καίριες περιόδους για το μέλλον της χώρας, όπως οι εκλογές. Για δύο λόγους: είτε για την εκχώρηση της αντικειμενικότητας είτε για την εκπαίδευση του κοινού σε μια άλλη πρακτική. Και στις δύο περιπτώσεις η αμιγής δημοσιογραφία βγαίνει χαμένη. Και όχι πάντα άδικα.
