Η κοινωνία ως συλλογικότητα πολιτών με πολιτισμικούς δεσμούς καταγωγής αυτοδεσμεύεται σε κανόνες που δημιουργούν συνοχή, συνύπαρξη και συνέχεια ως συνδετικά χαρακτηριστικά ηθικής αποδοχής και ανοχής. Χωρίς τα παραπάνω θα ήταν δύσκολο ώς αδύνατο να υπάρχουν κοινωνικές αναπαραγωγές διαχρονικότητας σε βάθος αιώνων, αφού η ανοχή-ανεκτικότητα είναι το ηθικό πλεονέκτημα των συνεκτικών κοινωνιών για εξέλιξη και πρόοδο.
Ετσι, στην πολιτική λειτουργία των κοινωνιών ανέκαθεν η ύβρις επέφερε τη νέμεση ως επιβολή τιμωρίας στην απόκλιση της ηθικής ανεκτικότητας όπου τα όρια και οι δυνατότητες υπέρβασης είχαν προκαθορισμένο πεδίο ανοχής.
Φυσικά η μετανεωτερική κοινωνική εξέλιξη επηρέασε και την πολιτική λειτουργία με αποτέλεσμα τη διεύρυνση της ανοχής και ανεκτικότητας στο πεδίο της ηθικής, αφού η ποσοτική και ποιοτική διαβάθμισή της συνεχώς διαφοροποιείται. Παρ’ όλα αυτά στους κανόνες ηθικής ανεκτικότητας η ύβρις ερμηνευμένη με κοινωνικά κριτήρια φαίνεται αναντίστοιχη με την πολιτική λειτουργία, αφού η ανοχή της σε ζητήματα ηθικής δεν έχει την ανάλογη συμβατότητα, κάτι που δείχνει το μεταξύ τους χάσμα. Δείγματα τέτοιων αναφορών μπορούμε διαχρονικά να διακρίνουμε στην ελληνική πραγματικότητα μετά τη Μεταπολίτευση, όπου η ανοχή και η ανεκτικότητα σε θέματα πολιτικής ηθικής έχουν αρνητικά καταγραφεί, ανεξαρτήτως κομματικών ιδεολογιών, σε πρόσωπα και συλλογικότητες. Πώς όμως οι πολίτες αντέδρασαν σε τέτοιες ύβρεις που συνεχώς διευρύνονται στο πεδίο της πολιτικής ηθικής και ξεπερνούν πλέον τα εθνικά σύνορα με αναφορές σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, δηλαδή Κατάρ-γκέιτ; Δύσκολη απάντηση σε ένα τόσο σημαντικό κοινωνικό και πολιτικό γεγονός αφού οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις βασισμένες σε εργαλεία πολιτισμικής αναφοράς δεν θα έδιναν αξιόπιστες εκτιμήσεις, κυρίως ως προς τις αιτίες προέλευσης και διαιώνισης ανάλογων συμβάντων. Μια πρώτη ανάγνωση μπορούσε να ήταν η αλληλεπίδραση πολιτών και πολιτικών ως ενιαία προέλευση του συγκεκριμένου κοινωνικού περιβάλλοντος με μεταφορά της διαφοροποίησης της ύβρεως στην ηθική, ως κάτι που μπορεί να γίνεται ανεκτό αφού εξυπηρετεί την κοινωνική συλλογικότητα σε ανάλογα αμοιβαία συμφέροντα. Δηλαδή η κοινωνία γίνεται ανεκτική στην πολιτική ύβρι που αφορά ζητήματα ηθικής ως αιτιολόγηση μέσω της αναφοράς για πρόσωπα και δομές εξουσίας τα οποία εξυπηρετούν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των κοινωνικών συλλογικοτήτων που τους εξέλεξαν. Μια δεύτερη αναφορά θα ήταν ο αφορισμός των πολιτικών προσώπων ως ατομικά ευάλωτων και χωρίς αντοχή σε ζητήματα ηθικής κανονικότητας με δημόσια διαπόμπευση, ως να είναι πρόβλημα προσωποποιημένο, άρα και η τιμωρία να δίνει τη λύση χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω εμβάθυνση.
Μια πιο διευρυμένη προσέγγιση θα μπορούσε να ήταν η ποιοτική ανάλυση των πολιτικών επιλογών σε πρόσωπα τα οποία δεν είναι αντιπροσωπευτικά της κοινωνικής προέλευσης, αλλά κυρίως βασίζονται σε καιροσκοπικές εξυπηρετήσεις λόγω δημοσιότητάς τους σε κοινωνικές λειτουργίες ποσοτικής αποδοχής…ΜΜΕ, αθλητισμός κ.λπ. Με αυτή την ανάλυση η ευθύνη βαραίνει τις πολιτικές ομάδες όπου η αναζήτηση της αντιπροσώπευσης γίνεται με κριτήρια φαινομενικά και όχι ουσιαστικά, έτσι κάθε φορά που συμβαίνει η πολιτική ύβρις αντίστοιχων προσώπων να δηλώνεται η μηδενική ανοχή στην ηθική παρέκκλιση.
Τελικά θέλουμε ως κοινωνία και συλλογικότητες να δεχτούμε το βάρος της ευθύνης που μας αναλογεί σε ό,τι αφορά τις επιλογές μας στην αντιπροσώπευση ή θα συνεχίσουμε να δεχόμαστε την ύστερη αναγνώριση του λάθους με την ελπίδα να μην ξανασυμβεί ζώντας έτσι το παράλογο μιας πραγματικής παρανόησης;
*Kαθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
