«Δεν είμαι καλοφαγάς. Οι γαστρονομικές μου προτιμήσεις είναι απλές και όχι ιδιαίτερα εκλεπτυσμένες», παραδέχεται ο Λουίς Μπουνιουέλ στην αυτοβιογραφία του («Η τελευταία πνοή»). Του άρεσαν «οι ρέγκες με το λάδι, όπως τις φτιάχνουν στη Γαλλία, και οι σαρδέλες μαρινάτες, όπως τις φτιάχνουν στην Αραγόνα, βουτηγμένες σε λάδι ελιάς, σκόρδο και θυμάρι… Δύο τηγανητά αυγά με λουκάνικα μου δίνουν μεγαλύτερη απόλαυση απ’ όλες τις “Kαραβίδες α λα βασίλισσα της Ουγγαρίας”».
Διαβάζοντας τις προτάσεις μιας ιστοσελίδας για μια «festive dining εμπειρία» την παραμονή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, σκέφτομαι ότι ο Μπουνιουέλ δεν ήξερε να τρώει. Ζάλη θα του έφερναν τα περίτεχνα μενού που προσφέρονται είτε στο κέντρο της πόλης είτε στην «Αθηναϊκή Ριβιέρα». Πολλές είναι οι άγνωστες για τους κοινούς θνητούς λέξεις αυτής της εορταστικής εμπειρίας: καραβίδες με περγαμόντο, φραγκόκοτα με τρούφα Πίνδου, rossini tartare, langoustine cannelloni, rib eye truffle roll, ραβιόλια γεμιστά με ζαρκάδι ή καβούρι και πολλά άλλα παρόμοια. Και όποιος ξέρει να προφέρει το wagyu surf & turf μπορεί και να το ακριβοπληρώσει καθώς οι τιμές ξεκινούν από τα 160 και φτάνουν τα 490 ευρώ/άτομο.
Καλάθι του νοικοκυριού για τους πολλούς, επιδεικτική πολυτέλεια για τους λίγους, που όμως μπορούν αυτές τις χρονιάρες μέρες να γεμίσουν τα χλιδάτα εστιατόρια της Αθήνας. Πάντως, πολλοί φίλοι που δεν μπήκαν σε τέτοιο «festive mood» λένε ότι το καλύτερο χριστουγεννιάτικο τραπέζι είναι μια σούπα αυγοκοφτή από κότα αλανιάρα, την οποία πιθανότατα να τιμούσε και ο φίλος μας ο Μπουνιουέλ.
