Εύχομαι να έχουν κάνει όλοι λάθος. Εύχομαι η μάνα να είναι αθώα. Εύχομαι να μη δολοφονήθηκαν τα τρία κοριτσάκια από την ίδια τους τη μάνα. Γιατί δεν μπορεί να συλλάβει ο νους μου την ανείπωτη οδύνη που μπορεί να αισθάνεται ένας άνθρωπος, ένα παιδί, τη στιγμή που ο γονιός του, η μάνα του, του κόβει το νήμα της ζωής.
Δεν ξέρω τα ψυχολογικά τραύματα της φερόμενης ως παιδοκτόνου. Δεν είμαι ψυχίατρος, ούτε συνήγορος υπεράσπισης για να φωτίσω τα σκοτάδια της ψυχής και να τα παρουσιάσω στο δικαστήριο ώστε η θύτης να έχει δίκαιη αντιμετώπιση από το δικαστήριο γιατί αυτό επιβάλλει, ευτυχώς, ο νομικός μας πολιτισμός.
Ευτυχώς, το τεκμήριο της αθωότητας ισχύει, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να το αφήσουν στην άκρη για να δώσουν τροφή στον όχλο που άφησε για λίγο τον ρόλο του «κυρ Παντελή» ώστε να δηλώσει την οργή του απέναντι στον φερόμενο ως θύτη, που μέχρι πριν από μερικές εβδομάδες συμπονούσε. Ποιοι είναι τελικά αυτοί που συγκροτούν τον όχλο που θέλει να στήσει κρεμάλες; Είναι οι πολλοί ή μήπως μια μειονότητα; Εκτός αν χαρακτηριζόμαστε «όχλος» όλοι όσοι εκφράζουμε τον αποτροπιασμό μας πριν αποφανθεί οριστικά και αμετάκλητα η Δικαιοσύνη.
Το μείζον θέμα στην περίπτωση της Πάτρας –πέρα από το καθαυτό έγκλημα– δεν είναι η καταδικαστέα αντίδραση του όχλου (το έχουμε δει και σε άλλες περιπτώσεις), αλλά η ανυπαρξία του κράτους πρόνοιας και των θεσμών, που ενεργοποιήθηκαν μετά τον «ανεξήγητο» θάνατο του τρίτου παιδιού της οικογένειας.
Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει ακόμα ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας που αρνείται πεισματικά να δεχθεί ότι υπάρχουν ανώριμοι, ακατάλληλοι, κακοί, επικίνδυνοι γονείς -όχι μόνο μανάδες αλλά και πατεράδες-, που θεωρούν ότι το παιδί είναι αξεσουάρ και «δικό μου είναι, ό,τι θέλω το κάνω», με την ανοχή της πολιτείας.
Αν τελικά αποδειχθεί ότι είναι ένοχη και αν πράγματι είναι σκληρή, άκαρδη, χωρίς ίχνος συναισθήματος, δυστυχώς κανένας δικαστής δεν μπορεί να της επιβάλει την ποινή ισόβιου θρήνου για την πράξη της.
