«Μιλάνε για καιρούς δοξασμένους και πάλι / Αννα, μην κλαίς. Θα γυρέψουμε βερεσέ απ’ τον μπακάλη / Μιλάνε για του έθνους ξανά την τιμή / Αννα, μην κλαις / Στο ντουλάπι δεν έχει ψίχα ψωμί». Μα, πώς μου ήρθε ο Μπρεχτ; Χάθηκε κάτι πιο πατριωτικό, ένα δημοτικό, ένα κάτι, μέρες που είναι; Φταίει μάλλον που ποτέ δεν την έβρισκα με τις εθνικές γιορτές. Ισως φταίει που έχω τα ψυχολογικά μου, όπως είπε και ο τρισμέγιστος υπουργός Ανάπτυξης. Ειδικά από την περασμένη εβδομάδα που μου ήρθε ο λογαριασμός της ΔΕΗ (ο έναντι, ούτε καν ο εκκαθαριστικός).
Συγγνώμη και πάλι, αλλά μετά τις χθεσινές φιέστες με τις παρελάσεις, τα μαχητικά που μας πήραν το κεφάλι καίγοντας ένα σκασμό βενζίνη, αυτή που στο εξής θα βάζουμε με το σταγονόμετρο και αν τη βάζουμε, μόνο ο κομμουνιστής -για να μην ξεχνιόμαστε- Μπρεχτ μού βγαίνει. Δυσάρεστα διαχρονικός για όσα ζούμε ειδικά τα τελευταία 12 χρόνια και τα χειρότερα που έρχονται. Γιατί θα πούμε το ψωμί ψωμάκι, κυριολεκτικά. Γιατί, έτσι λειτουργεί η ελεύθερη αγορά και δεν μπορούμε να κάνουμε παρεμβάσεις στις τιμές τροφίμων και καυσίμων. Γιατί δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να πάμε κόντρα στους καπιταλιστές νταβατζήδες που μας συντηρούν στην πολιτική ζωή.
Μπορούμε όμως να πουλάμε πατριωτικό σανό και να κραδαίνουμε φωτογραφίες με Ραφάλ και Μπελαρά εν είδει καθρεφτακίων προς τους ιθαγενείς. Μπορούμε να αφήνουμε τα νοσοκομεία μας να ρημάζουν από υποδομές και προσωπικό, αλλά να πουλάμε φύκια για μεταξωτές κορδέλες λέγοντας πως θα ξαναχτίσουμε το μαιευτήριο στη Μαριούπολη η οποία, κατά πάσα πιθανότητα, μεθαύριο δεν θα ανήκει στην Ουκρανία, αλλά στη Ρωσία ή σε κάποια ανεξάρτητη ή αυτόνομη δημοκρατία υπό την αιγίδα της Μόσχας.
«Ηρωες, σου λέει. Ποιοι ήρωες μωρέ; Οι πραγματικοί ήρωες είναι αυτοί που επιβιώνουν με 700 ευρώ τον μήνα. Αυτοί θα έπρεπε να κάνουν παρέλαση», μου είπε στο τηλέφωνο ο φίλος μου ο Β. που γιόρταζε χθες. Μαζί του. Μόνο μια μικρή αλλαγή θα έκανα: αντί για παρέλαση, διαδήλωση διαρκείας και γαία πυρί μειχθήτω. Και του χρόνου, με υγεία.
