Η «εξομολόγηση» on camera του Σάκη Ρουβά για τον αγαπημένο του σκηνοθέτη Δημήτρη Λιγνάδη, ο οποίος του παραχώρησε την ερμηνεία του Διονύσου στις Βάκχες το 2013, προκάλεσε κάτι περισσότερο από τις οργισμένες αντιδράσεις των χρηστών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Προκάλεσε το ήθος των μελών της κοινωνίας που μετά τις εξελίξεις στο ελληνικό #MeToo και τις καταγγελίες, ζητάει κάθαρση και δικαίωση.
«Σεβασμό και αγάπη» αισθάνεται ο Ρουβάς για τον Λιγνάδη που κατηγορείται για τέσσερις βιασμούς, τριών ανηλίκων και ενός ενήλικα άντρα. Προηγήθηκε το παραλήρημα του Κούγια στα δικαστήρια, την Παρασκευή, και το Σάββατο είχαμε τη συναισθηματική έκρηξη του Σάκη. Κατάλαβε (ναι, ο Σάκης καταλαβαίνει) ότι μετά τις αποκαλύψεις για τις κακουργηματικές πράξεις σεξουαλικής κακοποίησης σε βάρος ανηλίκων, ο Λιγνάδης βίωνε «μια κόλαση» και λυπήθηκε που έχανε το σπίτι, το θέατρο, τον κοινωνικό κύκλο του, τους χορηγούς του.
Λυπήθηκε και για τα θύματα, αλίμονο. Ενα χρόνο μετά ο έντιμος κυρ Σάκης δεν άκουσε, δεν είδε, δεν γνωρίζει τίποτα. Περιμένει να αποφανθεί η δικαιοσύνη. Ποιος ήταν μωρέ ο πολύ-πολύ-πολύ γνωστός ηθοποιός και σκηνοθέτης που δήλωσε ότι αφού η δικαιοσύνη καταδίκασε τους Χρυσαυγίτες, «μπορούμε να πούμε “Δεν είναι αθώοι”».
Κάπως έτσι και ο έντιμος κυρ Σάκης.
Στη συνέντευξη απέφυγε τις λέξεις βία, βιασμός, βιαστής. Είναι βαριές για τον ψυχισμό του. Στο αξιακό του σύστημα ο βιαστής παιδιών εξισώνεται με το εξαρτημένο άτομο, «είναι μία παθολογία που χρειάζεται θεραπεία, βοήθεια» όπως ένα junkie.
Ο Ρουβάς έπλεξε το εγκώμιο του Λιγνάδη από επιλογή, όχι από βλακεία. Για να ξεπλύνει τον πάλαι ποτέ ισχυρό άντρα, για να «υπηρετήσει» την υπερασπιστική γραμμή που φημολογείται ότι θα ακολουθήσει ο συνήγορός του στη δίκη. Να υποθέσουμε ότι η «συμπόνια» του Ρουβά για τα θύματα πάει σετ με την ελεημοσύνη και τη φιλανθρωπία αφ’ υψηλού; Οι πληγές για να επουλωθούν, όμως, χρειάζονται κατανόηση, εμπιστοσύνη, αλληλεγγύη, ανθρωπιά.
