Οταν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ασκούσε κριτική στην κυβέρνηση -όπως άλλωστε και τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης- για τον αλλοπρόσαλλο τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται την πανδημία, για το γεγονός ότι δεν ενισχύει το ΕΣΥ αλλά περικόπτει κονδύλια από την Υγεία, η απάντηση της κυβέρνησης και των φιλικών της ΜΜΕ ήταν μία και μοναδική: «Αν τα πράγματα είναι έτσι όπως τα λέει, γιατί δεν ζητάει εκλογές;». Τώρα που ζήτησε εκλογές, τον κατηγορούν για ανευθυνότητα, επειδή τις ζήτησε εν μέσω πανδημίας και με τη μετάλλαξη Ομικρον να έρχεται απειλητική.
Δεν τους πιάνεις πουθενά. Η κυβερνητική προπαγάνδα δεν διστάζει να έρθει σε πλήρη αντίθεση με τον προηγούμενο εαυτό της, αρκεί αυτό να εξυπηρετεί τις μικροπολιτικές στοχεύσεις του μεγάρου Μαξίμου. Δεν πρόκειται για κάτι άγνωστο στην πολιτική ζωή του τόπου. Το γνωρίσαμε και στο παρελθόν με άλλες κυβερνήσεις. Απλά με τον κύριο Μητσοτάκη κορυφώθηκε και έγινε ο μοναδικός κανόνας πολιτικής αντιπαράθεσης.
Για να λέμε την αλήθεια, οι εκλογές ήταν πάντοτε στην ατζέντα αυτής της κυβέρνησης. Θα τις είχε ήδη κάνει το φθινόπωρο αν δεν μεσολαβούσε η έξαρση της μετάλλαξης Δέλτα και δεν θα διστάσει να τις κάνει μέσα στο νέο έτος αν της το επιτρέψει η μετάλλαξη Ομικρον. Γι’ αυτό ακριβώς ο Αλέξης Τσίπρας -πέραν των άλλων λόγων- θέλησε να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων για μια κορυφαία πολιτική εξέλιξη που όλοι την αναμένουν το 2022. Το κρίσιμο βεβαίως ερώτημα αφορά το αν μέχρι τότε ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα έχει καταφέρει να μεταλλάξει την ελληνική κοινωνία τόσο όσο επιδιώκει κι αν θα πάρει τη λαϊκή έγκριση για να συνεχίσει στην ίδια κατεύθυνση τα επόμενα τέσσερα χρόνια.
