Βρέθηκα για πρώτη φορά σε σινεμά μετά το ξέσπασμα της πανδημίας. Μάσκες όλοι, επίδειξη πιστοποιητικού εμβολιασμού ή rapid test στην είσοδο και αποστάσεις ανάμεσα στις θέσεις. Είχαμε ξεχάσει να πάρουμε ποπ κορν, τακτοποιήθηκε κι αυτό κατά τη διάρκεια των διαφημίσεων. Είχαμε ξεσυνηθίσει τον στερεοφωνικό ήχο. «Μπαπ, μπουπ» τα μπάσα, χτυπούσαν κατευθείαν στο στήθος. Υπήρχε ομολογουμένως μια ελαφριά συγκίνηση στην ατμόσφαιρα. Επειτα από πολύ καιρό βρισκόμασταν μαζί με άλλους ανθρώπους στον ίδιο χώρο βλέποντας μια ταινία. Και λέω συγκίνηση, γιατί ειλικρινά είχαμε ξεχάσει πώς είναι. Το να πηγαίνεις σινεμά προ Covid αποτελούσε μια συνήθεια σχεδόν αυτονόητη, ήταν μια απλή διασκέδαση που εμπλούτιζε την καθημερινότητά μας. Κι όμως, φτάσαμε στο σημείο να την κόψουμε κι αυτή όπως και τόσα άλλα.
Είδαμε το «Dune», μια ταινία βασισμένη στο έπος φαντασίας του Φρανκ Χέρμπερτ. Καλή επιλογή όταν έχεις καιρό να πας στον κινηματογράφο. Εντυπωσιακά τα εφέ στον πλανήτη Αράκις, χωρίς να κουράζουν, καλή η σκηνοθεσία, εξαιρετική μουσική, απίστευτη φωτογραφία. Οι λάτρεις του είδους θα την αγαπήσουν. Επί δυόμισι ώρες χαθήκαμε στο σύμπαν των Ατρειδών και των Χαρκόνεν, στην παραισθησιογόνο γοητεία των μπαχαρικών, στο κάπου αλλού και στο ακόμα παραπέρα.
Μετά βρέθηκε η παρέα για ένα ποτό και την αναμενόμενη κουβέντα για πώς μας φάνηκε η ταινία. Αλλη μια συνήθεια που είχε εκλείψει. Και όσο μιλούσαμε σκεφτόμουν πόσο απέχουμε ακόμα από τη γελοία λέξη «κανονικότητα» που έρχεται να περιγράψει αυτό που πραγματικά έχουμε χάσει εδώ και ενάμιση χρόνο: τη ζωή μας. Κάποιος είπε «λέτε να μας κλείσουν και να μη δούμε άλλη ταινία φέτος;». Επεσε σιωπή. Κάποιος άλλος σήκωσε το ποτήρι κι έκανε μια πρόποση. Αποχαιρετιστήκαμε αδημονώντας για την επόμενη ταινία.
