Kανένας δεν γνωρίζει πότε είναι το δικό του «ραντεβού με την Ιστορία». Στις 25 Μαΐου του 2020 πάντως, η Νταρνέλα Φρέιζιερ είχε το δικό της ραντεβού με την Ιστορία και την απότομη ενηλικίωση.
Η 17χρονη Αφροαμερικανή μαθήτρια από τη Μινεάπολη είχε πάει για ψώνια μαζί με τη μικρή ξαδέρφη της κι έπεσε πάνω σε ένα περιστατικό που θα τη στοίχειωνε για πάντα. Τέσσερις αστυνομικοί είχαν συλλάβει έναν Αφροαμερικανό, ο οποίος βρισκόταν ακινητοποιημένος στο έδαφος.
Ο ένας αστυνομικός είχε γονατίσει πάνω στον λαιμό του και δεν τον απελευθέρωνε, παρά τα παρακάλια του. «Δεν μπορώ να αναπνεύσω», έλεγε ο άτυχος άντρας. Ξανά και ξανά. Οι αστυνομικοί έδιωχναν και απειλούσαν τον κόσμο που προσπαθούσε να πλησιάσει και τους έλεγε να τον αφήσουν. Μέχρι που κάποια στιγμή ο άντρας σταμάτησε να μιλάει και να αναπνέει. Εκείνος ο άντρας ήταν ο Τζορτζ Φλόιντ. Πριν από λίγες μέρες, ο Ντέρεκ Σόβιν, ο αστυνομικός που τον σκότωσε προκαλώντας του ασφυξία, κρίθηκε ένοχος για φόνο.
Η ετυμηγορία ίσως να μην ήταν η ίδια σε μια χώρα όπου οι αστυνομικοί βγαίνουν σχεδόν πάντα λάδι, αν δεν βρισκόταν εκεί η Νταρνέλα Φρέιζιερ να απαθανατίσει όλο το σκηνικό με το κινητό της σε ένα συγκλονιστικό βίντεο 8 λεπτών και 49 δευτερολέπτων που έδειχνε πέραν πάσης αμφιβολίας τι ακριβώς συνέβη. Αν δεν υπήρχαν τα «επάρατα» για ορισμένους κινητά τηλέφωνα και σόσιαλ μίντια δεν θα είχαμε ποτέ εικόνα για τον θάνατο του Φλόιντ, για τον φόνο μιας μετανάστριας από αστυνομικούς στο Μεξικό, για το λιντσάρισμα του Ζακ Κωστόπουλου, για το ξύλο στη Νέα Σμύρνη, στο Λονδίνο, στο Παρίσι και αλλού, όπου δίκιο είναι ο νόμος του αφιονισμένου αστυνομικού.
«Εκλαψα τόσο πολύ», είπε η νεαρή Νταρνέλα όταν κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας στο δικαστήριο. Τότε, από λύπη και ανημπόρια. Αργότερα, από χαρά. «Τζορτζ Φλόιντ, τα καταφέραμε!», έγραψε στο Facebook μόλις άκουσε την ετυμηγορία. Μακάρι να μπορέσουμε κάποια στιγμή να πούμε το ίδιο για όλα τα θύματα της βίας και της αυθαιρεσίας.
