Σε μια εποχή κατά την οποία έννοιες όπως αυτές της ανιδιοτελούς προσφοράς και της φιλοπατρίας είτε παρεξηγούνται είτε σπανίζουν, η περίπτωση του Ιάκωβου Τσούνη, που έφυγε αυτές τις ημέρες από τη ζωή, αξίζει πραγματικά την προσοχή όλων μας.
Ο εκλιπών, άγνωστος σε μένα μέχρι πρότινος και ενδεχομένως στους περισσότερους, ήταν ένας άνθρωπος-πρότυπο για πολλούς λόγους. Γνήσιος πατριώτης, αφοσιωμένος στα ιδανικά της πατρίδας, της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Είχε καταταγεί 16 ετών εθελοντής στον ελληνικό στρατό, δίνοντας από την πρώτη γραμμή τη μάχη του ’40. Ηταν επίσης ο νεότερος παλαίμαχος του αντιναζιστικού και αντιφασιστικού αγώνα με διεθνή απήχηση, αφού τη συμμετοχή του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχουν αναγνωρίσει όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις. Χαρακτηρίστηκε δίκαια εθνικός ευεργέτης, καθώς δώρισε στις Ενοπλες Δυνάμεις ολόκληρη την τεράστια περιουσία που απέκτησε από τη μετέπειτα ενασχόλησή του με τη ναυτιλία, μετατρέποντας σε σκοπό της ύπαρξής του την ενίσχυση της Ελλάδας.
Αγρυπνος φρουρός της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου, δημιούργησε μουσείο όπου διασώζονται σπουδαία εθνικά και εκκλησιαστικά κειμήλια, ενώ στάθηκε διαχρονικά στο πλευρό συλλόγων και ιδρυμάτων στηρίζοντας τη δράση τους. Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου τον είχε βραβεύσει με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος της Τιμής, χαρακτηρίζοντας τις πράξεις του βαθύτατα πατριωτικές και παραδειγματικές για όλους τους Ελληνες. Λίγο πριν από τον θάνατό του, με την τελευταία του επιθυμία έδειξε έμπρακτα την ταπεινότητα του βίου του, δηλώνοντας ότι θέλει να φύγει ξυπόλητος από τη ζωή, όπως ξεκίνησε στην αρχή… πεινώντας!
Μια μεγάλη εθνική απώλεια που προκαλεί θλίψη αλλά η παρακαταθήκη που αφήνει συνιστά ένα μάθημα αρετής, ήθους και πατριωτισμού για τις επόμενες γενιές.
