Πότε θα επαναλειτουργήσουν τα μουσεία δεν γνωρίζουμε. Το υπουργείο Πολιτισμού ωστόσο αισθάνθηκε την ανάγκη στις 26 Μαρτίου να μας ενημερώσει ότι η «Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου είναι πανέτοιμη να υποδεχθεί το κοινό. Μόλις το επιτρέψουν τα επιδημιολογικά δεδομένα, θα ανοίξουν όλα τα μουσεία και η Εθνική Πινακοθήκη…». Είναι η απάντηση προφανώς στην εκφρασμένη άποψη ότι το μουσείο δεν θα μπορούσε να αποδοθεί στο κοινό αν είχαμε σήμερα άρση των περιοριστικών μέτρων της πανδημίας.
Κανείς από τους αρμόδιους δεν έχει απαντήσει αν έχουν προχωρήσει οι απαραίτητες προσλήψεις σε φυλακτικό προσωπικό ώστε να λειτουργεί με καθημερινό ωράριο, αν έχουν ολοκληρωθεί οι κτιριακές εκκρεμότητες, αν έχουν στελεχωθεί τα πωλητήρια, τι απέφερε η προκήρυξη του ανοιχτού δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού για την εκμίσθωση εστιατορίου και καφέ.
Η επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης χρησιμοποίησε την Εθνική Πινακοθήκη ως φόντο για τις επετειακές εκδηλώσεις της 25ης Μαρτίου. Οπως συμβαίνει και με την Ακρόπολη. Τα έργα με το απέραντο τσιμέντο εγείρουν αισθητικά και σοβαρά επιστημονικά ζητήματα. Η κριτική είναι έντονη για την πολιτική διαχείριση του μνημείου από την ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού, το οποίο με αλαζονικό τρόπο αρνείται οποιαδήποτε συζήτηση με τους ειδικούς που εκφράζουν ενστάσεις και αυτό τον καιρό δημοσιοποιούν το θέμα σε διεθνείς φορείς και προσωπικότητες του εξωτερικού.
Στο τελευταίο Δ.Τ. για την Εθνική Πινακοθήκη το υπουργείο Πολιτισμού δεν πήρε θέση για την εξαφάνιση του «Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου» από την είσοδο του κτιρίου. Ο νομικός και φιλότεχνος Αλέξανδρος Σούτσος άφησε το 1896 με τη διαθήκη του τη συλλογή και την περιουσία του στο κράτος με σκοπό τη δημιουργία ενός «Μουσείου Καλών Τεχνών». Μαζί με την επωνυμία άλλαξε όμως και το εμπνευσμένο λογότυπο. Ισχύει ότι το καινούργιο εμπνέεται από το «ζιγκ ζαγκ» της ράμπας που χρηματοδοτήθηκε από τη δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος;
