Eνα φάντασμα πλανιέται πάνω από το Νοσοκομείο της Λαμίας. Το φάντασμα του Μπόμπι Σαντς, του Ιρλανδού «καταδικασμένου εγκληματία που επέλεξε να αφαιρέσει τη ζωή του», σύμφωνα με τη Μάργκαρετ Θάτσερ. Μέλος του Προσωρινού Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού, οργάνωσης υπεύθυνης για δεκάδες βομβιστικές ενέργειες με εκατοντάδες νεκρούς, o 27χρονος απεργός πείνας άφησε την τελευταία του πνοή τον Μάιο του 1981 στις φυλακές Mέιζ έξω από το Μπέλφαστ.
Αντεξε 66 ημέρες, διεκδικώντας με τους συντρόφους του να τους αναγνωριστεί η ιδιότητα του πολιτικού κρατούμενου. Η συνέχεια είναι γνωστή. Ο Μπόμπι Σαντς, εκλεγμένος βουλευτής όσο ήταν έγκλειστος, έγινε τραγούδι, ταινία, θρύλος, ενώ στην κηδεία του τον θρήνησαν 100.000 άνθρωποι.
«Επιπόλαια και ρηχή» χαρακτήρισε κάθε σύγκριση του Μπόμπι Σαντς με τον Κουφοντίνα ο Στέφανος Κασιμάτης στα «Νέα», με το σκεπτικό ότι ο ένας «εκπροσωπούσε ένα πραγματικό εθνικιστικό κίνημα» και ο δεύτερος εκπροσωπεί «μόνο τους φίλους του και μερικές εκατοντάδες σαλεμένους». Στο ίδιο μήκος κύματος αρθρογράφος του Protagon εξυψώνει τον πρώτο ως «αγέρωχο νέο που αγωνίστηκε για την τιμή της φυλής και της φαμίλιας του» ενώ ο δεύτερος ήταν «θύμα εφηβικών ιδεοληψιών, που άφησε πίσω του 11 τάφους και άφθονο πόνο».
Εστω ότι είναι έτσι. Υπάρχει ωστόσο ένα νήμα που συνδέει τον «τελευταίο νεκρό απεργό πείνας στην Ευρώπη», όπως θυμόμαστε ακόμα τον Μπόμπι Σαντς κι ας ακολούθησαν άλλοι 9 σύντροφοί του, με τον Ελληνα ισοβίτη που κινδυνεύει να γίνει ο επόμενος νεκρός απεργός πείνας μετά από 40 χρόνια. Το νήμα αυτό είναι τόσο λεπτό όσο η γραμμή που διαχωρίζει ένα πολίτευμα που θέλει να λέγεται δημοκρατικό, από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα που νομίζαμε ότι δεν έχουν πια θέση στην Ευρώπη.
