Ασφαλισμένη στον ΕΔΟΕΑΠ (το Ταμείο των ανθρώπων της Ενημέρωσης που ύστερα από αγώνες σώζεται), νοσηλεύτηκα για μία εβδομάδα. Σε μία από τις πολλές, πολυώροφες, μεγαλοκλινικές που υψώνονται στις λεωφόρους πέραν των Αμπελοκήπων. Προς Βορράν.
Οι νοσηλευόμενοι, όχι πλήθος, μια κι αυτή την εποχή, όπως μου είπαν, αποφεύγονται οι κλινικές. Μάλλον αριθμητικά ανάλογο και το προσωπικό, επιστημονικό και βοηθητικό. Κάθε επιχείρηση έχει τη δική της πολιτική απέναντι στους πελάτες, σκέφτηκα.
Οι υπηρεσίες επιπέδου, με ευγένεια και προπαντός με άνεση. Χωρίς το σύνηθες άγχος. Οι γιατροί επιμελείς, το σέρβις καλό, η καθαριότητα απαστράπτουσα στους μισοέρημους διαδρόμους και στις μισοέρημες αίθουσες αναμονής.
Κι απέναντι από το κρεβάτι, καρφωμένη η ΤV. Με τις ειδήσεις και τα ρεπορτάζ της φρίκης. Νοσούν οι άνθρωποι, το ΕΣΥ, η κουρελού δημόσια υγεία. Νοσούν οι ανύπαρκτες ΜΕΘ, τα δημόσια νοσοκομεία «της μίας νόσου», οι καταρρέοντες πέρα από τα όριά τους γιατροί, οι νοσηλευτές, οι τραυματιοφορείς. Ουρές για τεστ που δεν γίνονται, χωρίς πληρωμή, για μια χαραμάδα ελπίδας, για ελεήμονες. Εκκλήσεις για αδύνατες διασωληνώσεις, αεροδιακομιδές, βόμβες και εκατόμβες, ανοιχτοί τάφοι, απαγορευμένοι τελευταίοι ασπασμοί. Οι αγέλες και ο εξευτελισμός του πάσχοντος και του θανόντος ανθρώπου. Σταματώ τις αναφορές μην και παρεκτραπούν σε μελό.
Μέσα, ωστόσο, στο καντράν της ΤV και οι παρουσιαστές και οι ρεπόρτερ που μιλούν για στατιστικές και τα ευχάριστα που όπου να ’ναι έρχονται. Και ακολούθως πολλοί, αναγκασμένοι με το «ματσούκι» στο χέρι, κυνηγούν τη ρεαλιστική καταγραφή του πόνου. Μέχρι και του ρόγχου. Ενώ από το βάθος αγανακτισμένη φωνή ακούγεται «το διατάσσω και το επιτάσσω βγήκαν από τα λεξικά;».
Φεύγοντας από την κλινική ακύρωσα το προγραμματισμένο ραντεβού μου με τον διακεκριμένο νοσοκομειακό γιατρό και φίλο σ’ ένα από τα δύο ιατρεία του. Το πρόχειρο μέσα στο νοσοκομείο ή το άλλο, το πολυτελές, στο κέντρο της πόλης. Ισως γιατί δεν θα άντεχα να ξαναντικρίσω κορνιζαρισμένες στον τοίχο τις αξίες του Ιπποκράτη.
