Μια εκλογική διαδικασία σε μια χώρα με τόσο μεγάλη επιρροή παγκοσμίως όπως οι ΗΠΑ πάντα τραβά την προσοχή του πλανήτη…
Πολύ δε περισσότερο αυτές οι προεδρικές εκλογές, οι οποίες διεξήχθησαν μέσα σε πρωτόγνωρε συνθήκες λόγω της πανδημίας αλλά και της κάκιστης διαχείρισης του Ντόναλντ Τραμπ.
Οι κάλπες της 3ης Νοεμβρίου δεν ήταν κρίσιμες μόνο εξαιτίας του κορονοϊού… Ηταν ξεχωριστές, διότι κρίνεται αν οι τύχες μιας από τις ισχυρότερες χώρες θα συνεχίσουν να καθορίζονται από έναν πρόεδρο, ο οποίος άφησε το χειρότερο αποτύπωμα σε όλα τα επίπεδα.
Διχαστικός, προκλητικός, ρατσιστής, αλλοπρόσαλλος, ημιμαθής. Με λίγα λόγια επικίνδυνος… Τα παραδείγματα της διακυβέρνησής του αποτελούν πολιτικό παράδειγμα προς αποφυγή.
Μια Αμερική, η οποία ήταν συνήθως επιταχυντής της προόδου και των ελευθεριών, είχε φτάσει τα τελευταία χρόνια να είναι μήτρα της ρατσιστικής βίας, των διακρίσεων, της ακραίας υποβάθμισης κάθε έννοιας δημοσίου και της βάναυσης παραβίασης του σεβασμού προς το περιβάλλον.
Η καταμέτρηση δεν είχε ολοκληρωθεί, όταν έγραφα αυτό το άρθρο, βράδυ Πέμπτης. Αναρωτήθηκα, όμως, αν θα άλλαζαν τα πράγματα από τυχόν ανάδειξη του Μπάιντεν στη θέση του προέδρου. Η εκτίμησή μου είναι ότι η επικράτηση του Δημοκρατικού υποψηφίου αναμφίβολα θα βάλει τέρμα στον αντιδημοκρατικό κατήφορο του Τραμπ και άρα αυτή η εναλλαγή θα είναι σίγουρα θετική εξέλιξη.
Σε κάθε περίπτωση, ο αμερικανικός λαός –αν και βαθιά διχασμένος και διαιρεμένος– είναι εκείνος ο οποίος μπορεί να παρακινήσει την εξουσία σε πολιτικές άμβλυνσης των ανισοτήτων και υπεράσπισης της κοινωνικής δικαιοσύνης. Υπό αυτό το πρίσμα, ο αγώνας για μια καλύτερη κοινωνία, δεν πρόκειται να σταματήσει.
