Ο χρόνος του εαυτού, ο χρόνος της γραφής, ο χρόνος της επιβίωσης. Οι τρεις χρόνοι που συμφύρονται στην καθημερινότητα ενός συγγραφέα και ενίοτε επικρέμανται απειλητικά πάνω του. Επειδή σπανιότατα, τουλάχιστον στον τόπο μας, οι άνθρωποι της γραφής βιοπορίζονται από τα βιβλία τους, ο χρόνος της γραφής λογοδοτεί ευθέως στον χρόνο της επιβίωσης, ενώ ο χρόνος του εαυτού διαμελίζεται ανάμεσα στον χρόνο της γραφής και στον χρόνο της επιβίωσης.
Επί του πρακτέου για να εξασφαλίσει ένας σύγχρονος Ελληνας συγγραφέας δύο-τρεις ώρες απερίσπαστου και ατεμάχιστου χρόνου γραφής οφείλει, μεσοσταθμικά, να βαρέσει οκτάωρο στεγνού χρόνου επιβίωσης. Μιλάμε πάντα για πρόσωπα της γραφής τα οποία αφενός δεν σιτίζονται από τα βιβλία της (μέσω του επίπονου χρόνου της γραφής) και αφετέρου δεν έχουν ισόβιο κομπόδεμα (μ’ άλλα λόγια: ο χρόνος της επιβίωσης δεν υφίσταται ως σχήμα λόγου στη ζωή τους).
Δηλαδή μιλάμε για τον κανόνα του σιναφιού.
Αυτό το αποσαφηνίζουμε καθώς οι άνθρωποι που γράφουν δεν βιώνουν μια διπλή ζωή μόνο εντός αφηγηματικής επιφάνειας αλλά και στην καθαυτήν υλικότητα της καθημερινότητας. Και αναφερόμαστε σε συγγραφείς καταξιωμένους, βραβευμένους, συγγραφείς που βρίσκονται σε μια ηλικιακή και λογοτεχνική ωριμότητα, συγγραφείς που διαμορφώνουν την πολιτισμική συνείδηση του καιρού τους.
Φυσικά υπάρχει μια όχι και τόσο αμελητέα μερίδα αναγνωστών (περιστασιακών συνήθως) που θεωρεί τη λογοτεχνική βάσανο κάτι ανάμεσα σε πετριά, βίτσιο, απόλαυση ή χόμπι. Αρα, επαγωγικά, θεωρεί τον χρόνο της γραφής έναν χρόνο άπλετο, ανέμελο, μη ανταποδοτικό, συνομιλίας με τη Μούσα ή την αιωνιότητα, έναν χρόνο γεμάτο παραξενιές, πόζες ή υποχονδρίες. Ο καθείς και οι εικόνες του, ο καθείς και τα στερεότυπά του, ο καθείς και οι «συγγραφείς» του, ο καθείς, εντέλει, και ο αναγνωστικός του «χρόνος».
