ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενώ το πανελλήνιο ασχολείται με τον επιτυχή ή ατυχή χριστουγεννιάτικο διάκοσμο που έχει λάβει διαστάσεις σύγκρουσης της έμμονης βλαχουριάς έναντι του δημαρχιακού και του ωνάσειου κάματου για το ξεβλάχεμα των Ελλήνων, όλοι γνωρίζουν –και οι περισσότεροι απωθούν– ότι μαίνεται στη νοτιοανατολική Μεσόγειο μια άλλη σοβαρή σύγκρουση πολλών διαστάσεων, που δοκιμάζει αντοχές και όρια των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Το πρώτο για το οποίο κάποιος θα μπορούσε να ψέξει την κυβέρνηση είναι ότι –για την υπόθεση του αμφιλεγόμενου συμφώνου Αγκυρας-Τρίπολης οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών στη Μεσόγειο– έδειξε αιφνιδιασμένη. Βέβαια, αυτή η αδυναμία συνδέεται με την πάγια στρατηγική όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων περί «κατευνασμού του μαστόδοντου» (της Τουρκίας) μέσω της στήριξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων στην Ε.Ε., στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, της διεθνούς διπλωματίας και, κυρίως, μέσω του διαλόγου και της ειρηνικής επίλυσης.

Ομως, αυτή η κυρίαρχη σχολή σκέψης –μαζί με τον εθνικισμό που εκτρέφει παραδόξως– μιλάει για «διαπραγματεύσεις θεμάτων εθνικής κυριαρχίας και για οδυνηρούς συμβιβασμούς», χωρίς να ξεκαθαρίζει ποιοι είναι οι συμβιβασμοί αλλά και ποιες είναι οι κόκκινες γραμμές για την ελληνική πλευρά. Ο κ. Κ. Σημίτης, λ.χ., προτρέπει το σύστημα της χώρας για επίσπευση του συμβιβασμού (πριν από την όποια εκδήλωση επεισοδίου), καθώς η χώρα δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει την τουρκική ισχύ.

Το δεύτερο που δείχνει τις αδυναμίες της ελληνικής πλευράς έχει πολλές και διαχρονικές διαστάσεις. Εστω και σε κρίσιμη στιγμή, καλό είναι να τις δούμε ακροθιγώς για να τις αντιμετωπίσουμε. Η πρώτη έχει να κάνει κυρίως με την ελληνική κρίση. Το πολιτικό σύστημα –το έχουμε πει εδώ– ουδέποτε ανέλαβε τις διαχρονικές, πραγματικές ευθύνες για το ελληνικό χρέος. Αντίθετα, προέταξε το μύθευμα του λαού διεφθαρμένων και του συβαριτισμού των Ελλήνων. Ετσι, σήμερα ο διάλογος οδηγείται στο αν υπάρχουν λεφτά ή όχι για αύξηση των εξοπλισμών. Η άλλη έχει να κάνει με την Ε.Ε., η οποία για ακόμα μία φορά έδειξε τις αδυναμίες της.

Στα χρόνια της κρίσης η Ευρώπη συμπεριφέρθηκε σαν δανειστής και λιγότερο σαν ομοσπονδία ενωμένων χωρών που αξιώνει κάποιο ρόλο (ως Ε.Ε.) στις οικονομικές και γεωπολιτικές διεθνείς εξελίξεις. Η Ε.Ε. απίσχνανε το μέλος της, με άλλοθι τη διάσωση. Τώρα, αρκείται σε δηλώσεις συμπαράστασης, κατανόησης υπέρ της χώρας και σε φραστικές καταδίκες της τουρκικής επεκτατικότητας. Εν τω μεταξύ, ήδη από τη δεκαετία του 1990, η Ελλάδα, ζώντας τον μύθο του ισχυρού παίκτη στην περιοχή, αγόραζε εξοπλισμούς και δανειζόταν για λογαριασμό των αμυντικών της δαπανών∙ ακριβώς, για να υπάρχει ισορροπία με τον διεκδικητικό εξ ανατολών γείτονα.

Τα ποσοστά των αμυντικών δαπανών της Ελλάδας, σε σχέση με τα αντίστοιχα των άλλων Ευρωπαίων εταίρων μας, δείχνουν μια οικονομικοπολιτική ιστορία. Αλλά αυτή την ιστορία ουδέποτε την έλαβε σοβαρά υπόψη του το πολιτικό σύστημα που σήμερα αιφνιδιάζεται. Ούτε βεβαίως την είδε σοβαρά το ευρωπαϊκό σύστημα.

Και, αυτό το τελευταίο έχει να κάνει με μια άλλη κοινωνικοοικονομική διάσταση, που αποτυπώνει τις χρόνιες αδυναμίες της Ελλάδας να οδηγηθεί σε μια συμφωνία win-win με την Αγκυρα για την επίλυση της ελληνοτουρκικής διένεξης. Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990, η Ελλάδα –με τις ιδιαιτερότητες και τις πλουτοπαραγωγικές διαρθρωτικές αδυναμίες της– είχε ένα ΑΕΠ που έφτανε περίπου στο 80% του τουρκικού.

Τα τελευταία χρόνια, το ελληνικό ΑΕΠ μετά βίας φτάνει στο 23% του τουρκικού ΑΕΠ. Αυτό αποτυπώνει την ποσοτική –άρα και την ποιοτική– μεγάλη απόκλιση υπέρ της Τουρκίας και εις βάρος της Ελλάδας. Με το παραπάνω δεδομένο, η κατάσταση στο πλαίσιο των διεθνών δυνατοτήτων της Ελλάδας γίνεται δυσκολότερη. Και η δυσκολία συνδέεται με το εσωτερικό αφήγημα της εξόδου από την κρίση και των ημερών ευημερίας, ανάπτυξης και τρελών, ατελείωτων επενδύσεων που θα μας κάνουν όλους πλούσιους.

Η κυβέρνηση αιφνιδιάστηκε, όπως αιφνιδιάστηκε με τη ροή των προσφύγων/μεταναστών στο Αιγαίο και με πολλά άλλα. Επιπλέον, πριμοδοτώντας φοβικές πολιτικές στο εσωτερικό, απλώς ανατροφοδοτεί τις πάγιες πολιτικές αδυναμίες της χώρας να σχεδιάσει το μέλλον, με τα καλά αλλά και τις δυσκολίες του.

Ο αιφνιδιασμός, εκτός από αποδυνάμωση των ελληνικών θέσεων, δείχνει εγγενείς αδυναμίες που πρέπει να ξεπεραστούν. Στην ουσία, η κυβέρνηση δείχνει να αρνείται την πραγματικότητα της επιθετικής Τουρκίας, απλώς γιατί έρχεται σε απόλυτη αναντιστοιχία με το μύθευμα του «εμείς μπορούμε καλύτερα» και «με εμάς θα δείτε καλύτερες μέρες». Θέλω να πω ότι μεταξύ των λοιπών προτεραιοτήτων, χώρα και κυβέρνηση θα πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα σε ευημερία και άμυνα. Και η κυβέρνηση θα πρέπει να προετοιμάσει γι’ αυτό τους Ελληνες.

Το τελευταίο μύθευμα είναι: «Η χώρα μόνη». Ποτέ δεν ήταν μόνη. Εστω και έτσι, έχει συμμάχους, έχει διεθνή ερείσματα. Εχει πολιτισμική σκευή και ιστορία∙ οι Ελληνες έχουν φρόνημα και δυνατότητες∙ τα έχουν αποδείξει. Ομοψυχία στα δύσκολα, συνειδητοποίηση, κινητοποίηση της κοινής γνώμης και αλήθειες χρειάζονται. Οχι αιφνιδιασμοί, ωραιοποιήσεις και όχι μύθοι.