Πριν από κάποιες μέρες η 9χρονη εγγονούλα μου ρώτησε αν μπορούσα να τη βοηθήσω να τελειώσει μια άσκηση στο μάθημα της Γλώσσας, με την οποία της ζητιόταν να συμπληρώσει το κενό σε μια πρόταση με τη σωστή οριστική αντωνυμία διαλέγοντας ανάμεσα στο «μόνη της» και στο «τα ίδια». Η πρόταση στην οποία είχε «κολλήσει», γιατί δεν την καταλάβαινε όπως μου είπε, ήταν: «Πώς μπόρεσε η Μήδεια να σκοτώσει …..της τα παιδιά;» Επειτα από κάποια λεπτά που χρειάστηκαν για να συνέλθω από το σοκ της εμπειρίας να βλέπω την άκρως επικίνδυνη για τον παιδικό ψυχισμό εκπαιδευτική ηλιθιότητα αποτυπωμένη σε ένα σχολικό φυλλάδιο, της είπα ότι η πρόταση συμπληρωμένη έχει ως εξής: «Πώς μπόρεσε η Μήδεια να σκοτώσει τα ίδια της τα παιδιά;» Η εγγονή μου εξακολούθησε να με κοιτάει απορημένη. Δεν θα αναφέρω τη συνέχεια της συζήτησής μας για λόγους οικονομίας του κειμένου.
Και αναλογιζόμενος το μέγεθος της κατάντιας της παιδείας στην πατρίδα μας, την ανευθυνότητα του αρμόδιου υπουργείου, την αδυναμία αντίδρασης των εκπαιδευτικών που βλέπουν τη δουλειά τους ως μια διεκπεραιωτική διαδικασία, κατάλαβα γιατί έχουμε όλα αυτά τα φαινόμενα στα σχολεία. Είτε σχολική βία λέγεται είτε συναισθηματική αστάθεια των εφήβων είτε αυτοκτονικές τάσεις.
Και αλληγορικά σκεπτόμενος είδα στο πρόσωπο της Μήδειας την ελληνική πολιτεία. Και κατάλαβα ότι αυτή είναι ο μοναδικός όχι μόνο ηθικός αυτουργός, αλλά και δράστης του εγκλήματος σε βάρος της νεολαίας μας. Αυτή προκαλεί τη βία, αυτή προκαλεί την αστάθεια, τις αυτοκτονίες, το αδιέξοδο.
Η νεολαία μας έχει υποστεί τη μεγαλύτερη προσβολή που έχει υποστεί νεολαία σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου σε περίοδο ειρήνης, από καθεστώς που κομπάζει ότι είναι δημοκρατικό και ότι το κράτος το οποίο διοικεί είναι κράτος δικαίου. Οσο και να ψάξει κάποιος στα ιστορικά αρχεία δεν θα βρει παρόμοιο γεγονός. Ενα Ελληνόπουλο που είναι σήμερα 17 ετών, δηλαδή έχει γεννηθεί το 2008, έχει βιώσει οδυνηρές εμπειρίες στη διάρκεια μιας περιόδου η οποία για την πατρίδα μας θεωρείται ειρηνική, παρ’ όλο που από τότε υφίσταται ένας ακήρυκτος εμφύλιος μεταξύ καθεστώτος και λαϊκής βούλησης. Συγκεκριμένα όταν τα παιδιά αυτά ήταν 2 ετών οι γονείς τους, οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους υπέστησαν τον μεγαλύτερο βιασμό της προσωπικότητάς τους, ο οποίος συνίστατο στην οικονομική, ηθική και ψυχολογική χρεοκοπία τους λόγω της μετάθεσης του κόστους και των ευθυνών αυτών που την προκάλεσαν σε αυτούς που τελικά την υπέστησαν. Γι’ αυτό είναι λάθος να λέμε ότι το ελληνικό κράτος χρεοκόπησε. Δυστυχώς αυτό που χρεοκόπησε ήταν ο ελληνικός λαός.
Οι συνέπειες της χρεοκοπίας υπήρξαν εμφανείς σε όλα τα επίπεδα. Τα παιδιά αυτά όταν πήγαν στο Δημοτικό την περίοδο 2012 και μετά είδαν σχολεία χωρίς δασκάλους και βιβλία, είδαν νοσοκομεία που τα πήγαιναν οι γονείς τους όταν αρρώσταιναν βρόμικα και διαλυμένα οργανωτικά, άκουγαν για τρόικες και δάνεια δισεκατομμυρίων, έβλεπαν τραπεζίτες προερχόμενους από το είδος των ανθρώπων που άρπαζαν το σπίτι που έμεναν να γίνονται πρωθυπουργοί. Την ίδια στιγμή οι γονείς τους φορτωμένοι ενοχές ξέσπαγαν επάνω τους και οι καλοκαιρινές διακοπές χρόνο με τον χρόνο γίνονταν άπιαστο όνειρο, το δε χαρτζιλικάκι του παππού σταμάτησε γιατί η σύνταξή του κόπηκε πέντε φορές. Και όταν είδαν ένα χαμόγελο ελπίδας στα πρόσωπα της μαμάς και του μπαμπά, αλλά αμέσως μετά η χαρά, η προσμονή της αλλαγής και η ελπίδα που ποτέ δεν ήρθε έγιναν καπνός, κατάλαβαν ότι όλα θα έμεναν ίδια κι απαράλλαχτα. Ιδια για πάντα. Ιδια και σήμερα με τους υπαίτιους να τους βγάζουν τη γλώσσα άλλοτε οδηγώντας την Πόρσε τους και άλλοτε από τη γέφυρα μιας καινούργιας πολεμικής φρεγάτας.
Και μην ακούτε τους μονοδιάστατα σκεπτόμενους ψυχολόγους να σας μιλούν για ασταθή συναισθηματική συμπεριφορά των εφήβων και ότι αυτή οφείλεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτή η επιδερμική άποψη είναι σαν να λες ότι η οδύνη που ένιωθαν οι πολιτικοί κρατούμενοι την περίοδο της χούντας οφειλόταν στα σημειώματα που έκρυβαν ο ένας για τον άλλον στις χαραμάδες των τοίχων της φυλακής ή στα συνθηματικά χτυπήματα στο ντουβάρι που χώριζε τα κελιά τους. Τα «σόσιαλ», όπως λένε οι νέοι τα ΜΚΔ, είναι πράγματι ένα ποταπό μέσο επικοινωνίας, πολλές φορές επικίνδυνο, αλλά δεν παύει να είναι το μοναδικό μέσο για τους εφήβους που τους επιτρέπει να βρουν ανακούφιση στο αδιέξοδό τους. Ακόμα και αν η ανακούφιση αυτή κρύβεται μέσα στις πιο μύχιες πεισιθανάτιες σκέψεις. Αυτό δεν είναι συναισθηματική αστάθεια. Από τη στιγμή που καταλαβαίνουν ότι γι’ αυτούς η τράπουλα είναι σημαδεμένη και δεν πρόκειται ποτέ να κερδίσουν την παρτίδα, αυτό που πράγματι νιώθουν είναι απελπισία.
*Nομικός, συγγραφέας
