ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Ι. Αλλαμανής
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σίκιννις, μ’ αυτή τη στρυφνή ορθογραφία ένα κάπα και δύο νι, είναι ο θορυβώδης και ενθουσιαστικός χορός των Σατύρων, των οπαδών του Διονύσου. Ο ήρωας Σίκιννος από την Κρήτη, λένε οι άνεμοι της Μυθολογίας, τον επινόησε. Τον χόρευαν στα σατυρικά δράματα, τα θεατρικά έργα που οι τραγικοί ποιητές ανέβαζαν στην αρχαιότητα μετά τις τριλογίες τους, για να αποκαθάρουν τη βαριά ατμόσφαιρα και να πυροδοτήσουν εορταστικά το βακχικό πνεύμα.

«Σίκιννις» είναι και ο τίτλος του «Κέντρου Χορού και Παραστατικών Τεχνών» που έστησε και λειτουργεί στο Ηράκλειο της Κρήτης εδώ και κοντά έξι χρόνια ο χορογράφος, δάσκαλος χορού και σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Τσακιρέλης. Ενας ασυνήθιστος καλλιτεχνικός και εκπαιδευτικός πυρήνας που υπηρετεί ταυτόχρονα τον χορό και το θέατρο. Σε μια παλιά σταφιδαποθήκη της πόλης, τριώροφη, επιβλητική, πολύχρωμα και λειτουργικά ανακαινισμένη.

Δεν συναντάς συχνά στην ελληνική επαρ… – συγγνώμη,«περιφέρεια» – τέτοιους πυρήνες. Πόσο μάλλον που η «Σίκιννις» στάθηκε στην αφετηρία στην πιο δύσκολη συγκυρία: εγκαινιάστηκε τον Φεβρουάριο του 2020, ακριβώς τρεις εβδομάδες πριν από την πρώτη καραντίνα λόγω Covid-19. Ανδρώθηκε, στελεχώθηκε, συνάντησε το κοινό.

Στις 9 Ιουλίου του 2000, έφηβος και υπό βροχή, ο Τσακιρέλης παρακολούθησε στο Κηποθέατρο Νίκος Καζαντζάκης στο Ηράκλειο την παράσταση «Μήδεια» του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Μαγεύτηκε. Πήρε την απόφαση να ασχοληθεί με τον χορό. Σπούδασε στη Σχολή Χορού Ραλλού Μάνου, έκανε μεταπτυχιακά στο Μονπελιέ της Γαλλίας και σήμερα βλέπει κάποιους μαθητές του να ανοίγουν τα φτερά τους φεύγοντας για σπουδές στην Ευρώπη.

Είστε πολυεργαλείο. Ποια ανάγκη σάς οδηγεί να διδάσκετε, να χορογραφείτε, να σχεδιάζετε τα κοστούμια, να επιλέγετε τις μουσικές και να σκηνοθετείτε ταυτόχρονα;

Η μητέρα μου έλεγε πως, όταν ήμουν μικρός, τα απογεύματα που μέναμε στο σπίτι, ήμουν τόσο αθόρυβος που συχνά με ξεχνούσε. Συνήθως βρισκόμουν στο δωμάτιό μου και είτε θα μεταμφιεζόμουν σε ό,τι μου ερχόταν στο μυαλό, είτε θα έφτιαχνα ιστορίες και θα τις έπαιζα με οποιοδήποτε μέσο, είτε θα έκανα κάποια χειροτεχνία. Νωρίς αντιλήφθηκα πως αυτό που μου δίνει χαρά είναι η ευρύτερη έννοια της δημιουργίας και αργότερα αυτή η χαρά και η ανάγκη για δημιουργία τρύπωσε και καταστάλαξε κάτω από το πέπλο της χορογραφίας – ή και σκηνοθεσίας, για μένα το ίδιο είναι. Η ασχολία μου με τα κοστούμια, τα σκηνικά και την επιλογή μουσικών είναι ερασιτεχνική και προκύπτει από την αγάπη μου για αυτά τα πεδία. Εξασκώ αυτή μου την αγάπη στις παραστάσεις εφαρμογής που κάνουμε με τους μαθητές και τις μαθήτριές μας, ενώ συνήθως σε επαγγελματικές δουλειές συνεργάζομαι με μουσικούς και σκηνογράφους. Ωστόσο, επειδή κατά κύριο λόγο η δουλειά μου βασίζεται σε δημιουργία φανταστικών χαρακτήρων και συμπάντων, τα κοστούμια, πολύ συχνά, προκύπτουν παράλληλα με το χτίσιμο του ρόλου.

Από τη μια μεριά γονείς με νοοτροπία «τι μπαλέτο, τι τάε κβον ντο» και σχολές χορού παντού για τους πολλούς. Από την άλλη προβληματικά διαβαθμισμένες σπουδές (η Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης και οι ιδιωτικές σχολές ανήκουν στην «ανώτερη» εκπαιδευτική βαθμίδα) και ελάχιστες θέσεις εργασίας για όσους ασχοληθούν σοβαρά με τον χορό. Τι τρέχει με την εκπαίδευση της ορχηστικής τέχνης στην Ελλάδα;

Θα χρειαστεί να δούμε πώς αντιμετωπίζεται γενικότερα η τέχνη στην Ελλάδα. Είναι σημαντικό πως στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, η τέχνη παραγόταν από και απευθυνόταν κυρίως σε μια ελίτ αστών. Δεν αντιμετωπιζόταν δηλαδή ως επάγγελμα, αλλά σαν πολυτέλεια και σαν συμπληρωματική παράμετρος της κουλτούρας της «καλής κοινωνίας». Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα η τέχνη αντιμετωπίζεται σε μεγάλο βαθμό με παρόμοιο τρόπο τόσο από την κεντρική όσο και από τις τοπικές διοικήσεις, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αντίστοιχα μια μεγάλη σύγχυση στο ζήτημα της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, αλλά και κατά συνέπεια σε ζητήματα καλλιτεχνικής παραγωγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα που αποκαλύπτει την άγνοια -και την αδιαφορία, αν θέλετε- των περισσότερων δήμων της Ελλάδας, κυρίως στην επαρχία, είναι η ανάθεση καθηκόντων καλλιτεχνικού διευθυντή στους αντιδημάρχους πολιτισμού, ανεξάρτητα από την εκπαίδευσή τους. Ονομάζεται «καλλιτεχνικός» γιατί είναι απαραίτητο να έχει καλλιτεχνική ιδιότητα, διαφορετικά θα ονομαζόταν… «φιλότεχνος διευθυντής».

Δεν μπορούμε να περιμένουμε λοιπόν μια σωστή και αξιοπρεπή πολιτική καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, όταν υπάρχει τέτοιου είδους αντιμετώπιση από τους αρμόδιους φορείς. Να αναφέρω ωστόσο πως αυτό δεν μειώνει καθόλου το έργο που προσπαθούν να παράξουν κάποιες (επαγγελματικές, ανώτερες, αδιαβάθμητες – δεν ξέρω πώς να τις λέμε πια) σχολές. Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου στην Ελλάδα είχα την τύχη να βρεθώ δίπλα σε σπουδαίους δασκάλους και δασκάλες.

Τι σας κρατάει σήμερα στο Ηράκλειο; Σκεφτήκατε ποτέ να μεταφέρετε αλλού, εντός ή εκτός Ελλάδος, τη δραστηριότητά σας;

Είμαι ένας παρορμητικός άνθρωπος, που δυσκολεύεται να αντισταθεί στην επιθυμία του να ανακαλύψει τα πάντα, και έτσι οι μεγάλες πόλεις, ενώ τις αγαπώ και με εμπνέουν πολύ, καμιά φορά λειτουργούν ανασταλτικά στη συγκέντρωση και την καλλιτεχνική μου μελέτη. Ο καιρός, το φαγητό, η φύση, αλλά κυρίως οι φιλικοί-οικογενειακοί δεσμοί που υπάρχουν και η δυνατότητα που έχω να ανήκω σε μια κοινότητα ανθρώπων που με εκφράζει, είναι αρκετά για να με κρατήσουν εδώ. Φυσικά και υπάρχει η σκέψη να μεταφέρω το έργο μου και αλλού, αλλά με λιγάκι υπομονή. Πρώτα χρειάζεται να ενηλικιωθεί η «Σίκιννις», που ακόμα χρειάζεται τη φροντίδα μου.

Η «Σίκιννις» έχει την υπογραφή σας, ωστόσο μια δυνατή ομάδα καλλιτεχνών διδάσκει μουσικοκινητική, σύγχρονο και κλασικό χορό και «τρέχει» τα θεατρικά. Μιλήστε μας για τις δασκάλες και τους δασκάλους της «Σίκιννις».

H «Σίκιννις» πολύ σύντομα έγινε μια κοινότητα με ισχυρή ταυτότητα και η επιλογή των συνεργατών γίνεται κάπως μοιραία! Δεν σας κρύβω πως τις πρώτες μας συνεργάτιδες τις διεκδίκησα πολύ, γιατί άλλωστε αποτέλεσαν για εμένα μέρος της έμπνευσης για τη δημιουργία αυτού του χώρου. Ολα τα άτομα που εργάζονται εδώ -τακτικά ή περιστασιακά, στη διδασκαλία ή στην οργάνωση- είναι άνθρωποι με κοινό ηθικό, αισθητικό και συναισθηματικό άξονα, για κανένα λόγο ίδιο ή αλάνθαστο, αλλά με κοινή αφετηρία. Σύγχρονο και κλασικό χορό διδάσκουν η Νταϊάνα Γκούσμαν, η Εβίτα Τσακαλάκη, η Αργυρώ Σμαραγδάκη και η Ρούλα Σαμιωτάκη. Θέατρο η Ρία Μεντηλίδου, η Μαρία Κριτσωτάκη και ο Θοδωρής Θεοδωρίδης. Και μουσικοκινητική η Μαρία Καλογεράκη. Ωστόσο, εξίσου σημαντικό είναι το έργο της ομάδας που ασχολείται με οργάνωση, σχεδιασμό και συντήρηση εγκαταστάσεων: η Χρύσα Τσικανδηλάκη, η Στέλλα Μαλλιαράκη, ο Μηνάς Ρασούλης, ο Βασίλης Κοκκινίδης και ο Φραγκίσκος Λουλουδάκης.