H ανεκδιήγητη απόπειρα του Κ. Μητσοτάκη να στρατιωτικοποιήσει την άνω πλατεία Συντάγματος, δηλαδή τον «Αγνωστο Στρατιώτη» και τον περιβάλλοντα χώρο, πέραν των αντιδράσεων που προκάλεσε, επανάφερε στην επικαιρότητα την ιστορία του μνημείου. Δεν θα αναφερθούμε σε αυτήν αναλυτικά, καθώς αυτό γίνεται σε άλλες στήλες της σημερινής «Εφ.Συν.». Θα σταθούμε όμως σε ορισμένα σημεία και συμβολισμούς της ιστορικής διαδρομής αυτού του μνημείου τα οποία αξίζει να τα γνωρίζουμε και να τα θυμόμαστε.
Είναι ένα μνημείο που φτιάχτηκε λίγα χρόνια μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κυρίως τη Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή. Σε καιρό δηλαδή που οι επιζώντες άγνωστοι στρατιώτες αυτών των πολέμων λιμοκτονούσαν, η χώρα είχε γεμίσει ξεριζωμένους πρόσφυγες, η οικονομία της όδευε προς τη χρεοκοπία, αν δεν ήταν ουσιαστικά υπό καθεστώς χρεοκοπίας, και η πολιτική της ζωή σπαρασσόταν από απόπειρες δικτατοριών, πρόσκαιρες δικτατορίες και αυταρχικές κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις.
Σε τέτοιες συνθήκες φτιάχτηκε το μνημείο. Οχι κυρίως για να τιμήσει τον άγνωστο νεκρό στρατιώτη αλλά για να τονώσει την εθνική ιδέα και τη συνέχεια του έθνους από αρχαιοτάτων χρόνων (εντελώς ανιστόρητη προσέγγιση) σε συνθήκες βαθιάς κοινωνικής, πολιτικής και πολιτειακής κρίσης, σε συνθήκες πανεθνικής κρίσης.
Η ανέγερση αυτού του μνημείου ως ιδέα και ως εναρκτήρια διαδικασία ξεκίνησε από μια δικτατορία. Τη δικτατορία του στρατηγού Θεόδωρου Πάγκαλου. Ολοκληρώθηκε σε συνθήκες κοινοβουλευτικής δημοκρατίας από την κυβέρνηση Βενιζέλου, λίγο πριν από την πτώση της. Μια κυβέρνηση που δίχασε τους Ελληνες με πολλούς τρόπους και φυσικά με το περιβόητο Ιδιώνυμο κατά του κομμουνισμού.
Το μνημείο είναι και παραμένει επιλεκτικό στις αναφορές του, σχετικά με τους αγώνες του έθνους και με τους αφανείς πεσόντες για την ανεξαρτησία και την ελευθερία της Ελλάδας. Για παράδειγμα έχει αναφορά σε άδικους ιμπεριαλιστικούς πολέμους στους οποίους πήραν μέρος ελληνικά στρατεύματα (π.χ. πόλεμος Κορέας) αλλά δεν έχει την παραμικρή αναφορά στην Εθνική Αντίσταση, οποιασδήποτε απόχρωσης, δηλαδή στο μεγαλύτερο σύγχρονο έπος του ελληνικού λαού που είναι εφάμιλλο της Επανάστασης του 1821 και πληροί όλους τους όρους της εθνικής παλιγγενεσίας.
Ο «Αγνωστος Στρατιώτης» βεβηλώθηκε πολλές φορές στην ιστορία του, καθώς στο όνομα, δήθεν, της απόδοσης τιμών στον αφανή Ελληνα στρατιώτη που έχυσε το αίμα του για την πατρίδα, ταυτίστηκε με αυταρχικά καθεστώτα και δικτατορίες αλλά και με την τριπλή φασιστική κατοχή της το 1941-1944, ενώ έγινε τόπος, από την αρχή της λειτουργίας του μνημείου, για τη διενέργεια φασιστικών εκδηλώσεων από αντίστοιχες οργανώσεις οι οποίες πάντοτε ψάρευαν στα θολά νερά της λεγόμενης «εθνικής ιδέας».
Πέρασαν από εκεί, εν είδει τιμής, οι ορδές της φασιστικής οργάνωσης «Τρία Εψιλον» (ΕΕΕ – Εθνική Ενωσις «Ελλάς») και άλλες παρόμοιες οργανώσεις του Μεσοπολέμου, εγνωσμένοι φασίστες και σύγχρονες φασιστικές οργανώσεις, όλοι οι δικτάτορες που δυνάστευσαν τη χώρα από τις 25 Μαρτίου 1932, που έγιναν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου, και φυσικά οι συνεργάτες των κατακτητών στα χρόνια της Κατοχής, καθώς το μνημείο τέθηκε υπό τον έλεγχο των γερμανοτσολιάδων, των ευζωνικών δηλαδή ταγμάτων που δημιουργήθηκαν από την κυβέρνηση του κουίσλιγκ Ιωάννη Ράλλη με τη σύμφωνη γνώμη των γερμανικών αρχών κατοχής και με σκοπό το χτύπημα της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης.
Με δυο λόγια, το μνημείο βεβηλώθηκε από τη στιγμή της απόφασης να δημιουργηθεί, κατά τη δημιουργία του καθώς ήταν απολύτως μεροληπτική η αντίληψη ανέγερσης που το συνόδευε και φυσικά σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του. Βεβηλωτές του ήταν πάντοτε αυτοί που είχαν την εξουσία σε αυτό τον τόπο. Ποτέ δεν το αντιμετώπισαν ως ένα μνημείο που ενώνει τους Ελληνες ανεξαρτήτως θρησκείας, κοινωνικής θέσης καταγωγής, ιδεολογίας και πολιτικών αντιλήψεων. Κι ας γίνεται λόγος για τον άγνωστο στρατιώτη που δεν είναι άλλος από το παιδί κάθε οικογένειας και κυρίως των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, το παιδί του ελληνικού λαού.
Το μνημείο βεβηλώθηκε άπειρες φορές στο παρελθόν και συνεχίζει να βεβηλώνεται ώς σήμερα από τους κρατούντες, οι οποίοι πάντοτε είχαν και έχουν –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων– μια εντελώς περιορισμένη και συχνά αποκρουστική αντίληψη για την πατρίδα και το έθνος, η οποία δεν περιλαμβάνει μέσα της όλο τον ελληνικό λαό. Είτε ομολογείται είτε όχι, αυτή η αντίληψη συνεχίζει να χωρίζει τους Ελληνες σε πατριώτες και απάτριδες.
Με τη δική της πολιτική και ιδεολογική χρήση του μνημείου –απόσταγμα της οποίας είναι η εσχάτως διατυπωθείσα αντίληψη Μητσοτάκη για τη φύλαξή του– η εκάστοτε, πλην μικρών διαλειμμάτων, εξουσία χρησιμοποίησε τον «Αγνωστο Στρατιώτη» διχαστικά απέναντι στον λαό. Ο ελληνικός, όμως, λαός σεβάστηκε το μνημείο. Γιατί σε αυτόν τον «Αγνωστο Στρατιώτη» βλέπει το δικό του παιδί, το διαχρονικά δικό του παιδί. Τον φαντάρο της διπλανής πόρτας, το παιδί του γείτονα, τον γιο, τον συγγενή, τον φίλο.
Κι αυτό το παιδί ήταν που θυσιάστηκε σε όλους τους άδικους και δίκαιους πολέμους στους οποίους πήραν μέρος ελληνικά στρατεύματα. Ηταν και στην Εθνική Αντίσταση που δεν καταγράφεται στο μνημείο. Ηταν και στον Εμφύλιο, στον στρατό της κυβέρνησης των Αθηνών και στον ΔΣΕ. Είναι και σήμερα στα πραγματικά στρατόπεδα και στα σύνορα. Οχι στο στρατόπεδο που ανακοίνωσε αρχικά στο Σύνταγμα ο πρωθυπουργός.
Αυτός ο φαντάρος, ο «Αγνωστος Στρατιώτης», ζωντανός ή νεκρός, για τις εξουσίες δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από κρέας για τα κανόνια. Για τον λαό όμως είναι το ίδιο του το αίμα. Γι’ αυτό το σεβάστηκε και το σέβεται το μνημείο, σε αντίθεση με αυτούς που τον κυβέρνησαν και τον κυβερνούν. Γι’ αυτό και εκεί στο μνημείο γράφτηκαν τα ονόματα των νεκρών τους εγκλήματος των Τεμπών. Ως ένδειξη τιμής και στο μνημείο και στους αδικοχαμένους του εγκλήματος που οι περισσότεροι ήταν παιδιά. Γιατί ο λαός δεν χωρίζει τα παιδιά του.
Γιατί τον επιλέξαμε
Επιλέξαμε τον «Αγνωστο Στρατιώτη» ως «πρόσωπο» αυτής της εβδομάδας γιατί όσα είπε ο πρωθυπουργός ότι σχεδιάζει για το μνημείο είναι βεβήλωσή του και γιατί ο Αγνωστος Στρατιώτης, το παιδί όλων μας, δεν ανήκει σε καμία βέβηλη εξουσία.
