Εφυγε από τη ζωή –όχι από τον πολιτισμό μας– ένας από τους διασημότερους κινηματογραφικούς δημιουργούς, ανθρωπολόγους και πολιτικούς στοχαστές της Ιστορίας. Ταυτόχρονα, ένας άνθρωπος αρκετά έξυπνος ώστε με κάθε του ανάσα ν’ ανατρέπει όσα ο κόσμος θεωρούσε δεδομένα γι’ αυτόν.
1930. Ο μικρός Ζαν-Λικ γεννήθηκε πριν από τον Β’ Παγκόσμιο. Η οικογένειά του ήταν γαλλο-ελβετική, μεγαλοαστική, ο μπαμπάς του Ελβετός γιατρός, η μαμά του γόνος μιας από τις εύπορες και αναγνωρίσιμες μπουρζουά παρισινές οικογένειες, της οικογένειας Μονό, ιδρύτριας, άλλωστε, της τράπεζας Paribas.
Πέρασε τον πόλεμο στην Ελβετία, έμαθε για την ύπαρξη του κινηματογράφου διαβάζοντας το περιοδικό La Revue du cinéma και τα κείμενα του Αντρέ Μαλρό, σπούδασε (με τη δεύτερη, αφού μία φορά απέτυχε στο μπακαλορεά του), στη Σορβόνη, Ανθρωπολογία – δεν πήρε πτυχίο, σύχναζε αλλού. Οταν, λοιπόν, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, νεαρός διανοούμενος, σινεφίλ και στην πορεία σκηνοθέτης, επαναστάτησε εναντίον του κατεστημένου, γνώριζε ήδη πολύ καλά απέναντι σε τι εξεγειρόταν.
1950. Στο σκοτάδι, τον καπνό των τσιγάρων, τις παθιασμένες συζητήσεις των νεόφερτων σινέ-κλαμπ της αριστερής όχθης, του Καρτιέ Λατέν και στην ολοκαίνουργια Ταινιοθήκη του Λανγκλουά και του Φρανζί, ο Γκοντάρ ξεκίνησε την καριέρα του ως κριτικός κινηματογράφου: μαζί με τον Μορίς Σερέρ –τον άνθρωπο που επίσης σημάδεψε αργότερα το σινεμά ως Ερίκ Ρομέρ– και τον Ζακ Ριβέτ ίδρυσαν το βραχύβιο περιοδικό La Gazette du cinéma, αλλά γρήγορα μπήκε στη συντακτική ομάδα του Cahiers du Cinéma του Αντρέ Μπαζέν, στον οποίο και επετίθετο τακτικά: λατρεύει τα ωμά, σκληρά μελοδράματα του Πρέμινγκερ και του Χάουαρντ Χοκς, όχι τόσο τον φορμαλισμό και την καλλιτεχνία του Ορσον Γουέλς ή του Ντε Σίκα. Ο Γκοντάρ ήταν υπέρμαχος του «εμπορικού» και όχι του «ποιοτικού». Η πρώτη του ταινία ήταν διαφημιστικό σποτ.
1960. Η δεκαετία που συντάραξε τον κόσμο (του σινεμά). Ο Γκοντάρ σκηνοθετεί, μεταξύ άλλων, το «Με κομμένη την ανάσα», το «Ζούσε τη ζωή της», την «Περιφρόνηση», το «Bande à part», το «Αλφαβιλ», τον «Τρελό Πιερό», το «Αρσενικό θηλυκό», το «Σαββατοκύριακο», τρέχει στο κύμα που αργότερα ονομάστηκε νουβέλ βαγκ, αναποδογυρίζει τα πάντα: πειραματίζεται με τη δομή της αφήγησης, με το μοντάζ, με τον ήχο, όλα επιτρέπονται και τίποτε δεν μένει ίδιο.
Η επανάσταση έχει έρθει και πατά με το ένα πόδι στον μαρξισμό, με το άλλο στον υπαρξισμό. Το «μετά», άγνωστο, όμως ο τριαντάχρονος Γκοντάρ ξέρει ότι πρέπει ν’ αλλάξει το «πριν», ότι σημασία έχει μόνο το «σήμερα». Με και χωρίς την κάμερά του (υπογράφει πολλές από τις ταινίες του όχι ως «σκηνοθέτης», αλλά ως «cinéma»), βγαίνει στους δρόμους τον Μάη του ’68, πρωτοστατεί στην ακύρωση του Φεστιβάλ Κανών εκείνης της χρονιάς, σκάβει βαθιά στη συνείδησή του, τεντώνει τις αντοχές του, αλλά ταυτόχρονα γίνεται σταρ. Ενας φιλόσοφος που ο κόσμος χαιρετά στον δρόμο.
Ενας επαναστάτης που προσκαλείται στα γαλλικά σαλόνια. Ενας μοναδικός ταραξίας που το μόνο που χρειάζεται είναι «ένα κορίτσι κι ένα πιστόλι» και που «πυροβολεί» το ένα (ταυτισμένο απόλυτα με την εποχή του, ίσως και μόνο) αριστούργημα μετά το άλλο, ακόμα κι αν πολλά απ’ αυτά σήμερα δεν βλέπονται (ειδικά τα της «μαοϊστικής» περιόδου, τα της ομάδας Τζίγκα-Βερτόφ, όποιος έχει αντοχές ας δει το «La Chinoise»). Τι έχει σημασία απ’ όλα αυτά; Εκτός από το γεγονός ότι το σινεμά δεν ήταν ποτέ, πια, το ίδιο; Οτι οι γενικευμένες ετικέτες είναι για τους αστοιχείωτους, ο πιο «καλλιτεχνικός» απ’ όλους τους Ευρωπαίους σκηνοθέτες, ο auteur veritable, απευθυνόταν μόνο και διαρκώς στον κόσμο, ότι όταν επιλέγεις την «επανάσταση εκ των έσω» πρέπει κιόλας, κάποια στιγμή, να επαναστατήσεις.
1980. «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Με το «Sauve qui peut (la vie)», ο Γκοντάρ μπαίνει στη μεγάλη, τελευταία φάση του έργου του. Δοκιμάζει διαφορετικές προσεγγίσεις, αρχικά πιο συμβατικές, πιο αναμενόμενες, στην πορεία πολύ πιο αιρετικές, πειραματικές, αγκαλιάζει τα νέα μέσα, το transmedia, οι ταινίες του γίνονται πολυμορφικά ποιήματα. Είναι μεγαλύτερος προβοκάτορας παρά ποτέ, κατηγορεί και κατηγορείται (για αντισημιτισμό, για μισογυνισμό, για μισανθρωπισμό), όπως συμβαίνει πάντα με τους ανθρώπους που αρθρώνουν τολμηρό λόγο, πόσο μάλλον με το συχνά ειρωνικό, υπεροπτικό, περιπαικτικό, ακόμα και υποτιμητικό ύφος του Γκοντάρ.
Χειρίζεται απόλυτα τη δημόσια εικόνα του, παίρνει συχνά τη μορφή του Προφήτη, είναι η σταθερά στη μακριά εξίσωση της ανθρώπινης και καλλιτεχνικής αντάρας στον 20ό και 21ο αιώνα, θέλει να είναι παρών, ακόμα κι όταν απουσιάζει. «Ο Γκοντάρ έχει νέα ταινία». «Ο Γκοντάρ μίλησε». Ως τα 92 χρόνια του, όταν, ως υπέρτατο control freak, ο ίδιος αποφάσισε ότι ο χρόνος του τελείωσε. Μαζί του, έφυγε και μια σιγουριά ότι για όποια υποκρισία θα υπάρχει μια καθαρή αντίρρηση. Μαζί του, έφυγε και μια ολόκληρη γενιά τέχνης και σκέψης στο σινεμά, μια γενιά ασυμβίβαστη και αφοσιωμένη.
Γιατί τον επιλέξαμε
Ο, επιλεγμένος, θάνατός του με ευθανασία την προηγούμενη Τρίτη έκλεισε ένα τεράστιο κεφάλαιο στο παγκόσμιο σινεμά και στην ευρωπαϊκή διανόηση.
