ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Μπασκάκης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οσο και αν το μέγαρο Μαξίμου χαρακτήριζε «εκτός τόπου και χρόνου» το χθεσινό πρωτοσέλιδο της «Εφ.Συν.», προσπαθώντας να απαξιώσει την κριτική γύρω από την πρωτοφανή «πόρτα» που έφαγε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από τον Βρετανό πρωθυπουργό, ενώ ο ίδιος βρισκόταν ήδη στο Λονδίνο, η εξέλιξη αυτή -ανεξάρτητα με την απρέπεια και τα βαθύτερα κίνητρα του κ. Σούνακ που βρίσκεται αντιμέτωπος με το δικό του εγχώριο πολιτικό σκηνικό- φανέρωσε την παταγώδη αποτυχία όλης της τακτικής του Ελληνα πρωθυπουργού στο θέμα των Γλυπτών του Παρθενώνα.

Κατέρρευσε δηλαδή όχι μόνο η «φούσκα» προσδοκιών που ο Κυρ. Μητσοτάκης καλλιεργεί ήδη από την πρώτη του θητεία γύρω από αυτό το θέμα, με στόχο την εσωτερική κατανάλωση προς όφελος της κυβέρνησής του, αλλά ο συνολικός τρόπος διαχείρισης του ζητήματος.

Και πρώτα απ’ όλα η τακτική της μυστικής διπλωματίας που ακολούθησε ο κ. Μητσοτάκης, ποντάροντας και στη σχέση του με τον βασιλιά Κάρολο, ουσιαστικά ακυρώθηκε από τον ίδιο τον Ελληνα πρωθυπουργό στην πράξη, με την επιλογή του να σηκώσει δημοσίως το θέμα με τη συνέντευξή του στο BBC, όπου μεταξύ άλλων παραλλήλισε τα Γλυπτά με τη Μόνα Λίζα και με την οποία έδωσε το έδαφος στον Βρετανό πρωθυπουργό (του οποίου την αρνητική στάση γνώριζε) να εισπράξει ή πάντως να αντιμετωπίσει τη δημόσια παρέμβαση Μητσοτάκη στη χώρα του για το θέμα ως πρόκληση.

Και, βέβαια, η δημόσια αυτή παρέμβαση του Ελληνα πρωθυπουργού επελέγη ακριβώς για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης στην Ελλάδα. Κατά δεύτερον, με τον «πάγο» που δημιουργείται πλέον μεταξύ των δύο κυβερνήσεων, σε τοίχο βρίσκει και η λογική της -σύμφωνα με όσα έχουν καταγγελθεί- μυστικής διαπραγμάτευσης για δανεισμό των Γλυπτών στην Ελλάδα, στρατηγική όμως που, εφόσον κατέληγε σε συμφωνία, θα αναγνώριζε κυριότητα των Γλυπτών στο Βρετανικό Μουσείο, κόντρα στην εθνική γραμμή της χώρας.

Από εκεί και πέρα, για την απόφαση του Ρίσι Σούνακ να ακυρώσει τη συνάντησή του με τον Κυρ. Μητσοτάκη ενημερώθηκε πρώτη, σύμφωνα με τις πληροφορίες, η διπλωματική σύμβουλος του πρωθυπουργού Αννα-Μαρία Μπούρα, με την οποία επικοινώνησε και της το ανακοίνωσε ο Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα, την ώρα που βρισκόταν σε εξέλιξη η συνάντηση του Ελληνα πρωθυπουργού με τον επικεφαλής των Εργατικών, Κιρ Στάρμερ.

Η βρετανική πλευρά πρότεινε ο κ. Μητσοτάκης, αντί του ομολόγου του, να συναντηθεί με τον αναπληρωτή πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου, Ολιβερ Ντάουντεν, κάτι που προφανώς η ελληνική πλευρά δεν θα μπορούσε να δεχτεί, δηλώνοντας την άρνησή της. Παρ’ όλα αυτά ο Ελληνας πρωθυπουργός, μετά την προχθεσινή δήλωση στην οποία εξέφραζε την ενόχλησή του (ενώ κυβερνητικές πηγές υποδείκνυαν ως αφορμή για την ακύρωση τις δηλώσεις του στο BBC), δεν θέλησε να αναχωρήσει επί τόπου από το Λονδίνο και επέλεξε να ολοκληρώσει το πρόγραμμά του. Την ίδια ώρα, η βρετανική πλευρά έλεγε ότι υπήρχε συμφωνία να μην τεθεί το θέμα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα δημόσια από τον κ. Μητσοτάκη, με την ελληνική πλευρά να το διαψεύδει.

Σημειώνεται ότι τον Κυρ. Μητσοτάκη θέλησε να στηρίξει ο Στ. Κασσελάκης, λέγοντας ότι «είναι απαράδεκτη η απόφαση του Βρετανού πρωθυπουργού, Ρίσι Σούνακ, να ακυρώσει την προγραμματισμένη συνάντησή του με τον κ. Μητσοτάκη. Η υπόθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα είναι ζήτημα που υπερβαίνει το πρόσωπο του εκάστοτε Ελληνα πρωθυπουργού και τις κομματικές αντιπαραθέσεις. Είναι εθνική υπόθεση που αφορά την Ιστορία ενός ολόκληρου λαού».

Ο Νίκος Ανδρουλάκης έκανε λόγο για «απρεπή στάση του Βρετανού πρωθυπουργού απέναντι στον Ελληνα πρωθυπουργό και την ακύρωση της συνάντησής τους, λόγω της τοποθέτησης της χώρας μας για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα, κάτι που η παράταξή μας διεκδίκησε τη δεκαετία του ’80 με την αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη. Είναι ένα ζήτημα εθνικό, που υπερβαίνει κόμματα, πρόσωπα, κυβερνήσεις».

Το ΚΚΕ τόνισε ότι «η απαράδεκτη ακύρωση της συνάντησης Μητσοτάκη – Σούνακ, με ευθύνη του Βρετανού πρωθυπουργού, κάθε άλλο παρά δικαιώνει την -εδώ και καιρό- τακτική της κυβέρνησης και του ίδιου του πρωθυπουργού, που αντί να θέσουν ευθέως το ζήτημα των γλυπτών του Παρθενώνα στη βρετανική κυβέρνηση, συνέχιζαν να παζαρεύουν τη δήθεν επιστροφή τους με τη διοίκηση του Βρετανικού Μουσείου και μάλιστα με τη μορφή του δανεισμού, η οποία νομιμοποιεί την κλοπή τους».