Υπάρχει μια επίμονη… αυταπάτη στην ελληνική πολιτική σκηνή, που διογκώνεται στα χρόνια του Κυρ. Μητσοτάκη: ότι τα μεγάλα φιάσκα ή οι τραγωδίες είναι στιγμιαία, αποτέλεσμα κακής τύχης, ενός «ατυχούς συμβάντος» ή -στη χειρότερη- ενός ανθρώπινου λάθους. Είναι η ίδια αυταπάτη που επιτρέπει σε κυβερνήσεις να επιβιώνουν πολιτικά πάνω σε «παγωμένα» έργα, ξεχειλωμένα χρονοδιαγράμματα και επιτροπές-εξπρές, όσο ακριβά κι αν το πληρώσει ο λαός.
Το μπλακ άουτ στις επικοινωνίες του FIR Αθηνών δεν ήταν ατύχημα. Ηταν η φυσική κατάληξη ενός κράτους αλλά και μιας κυβέρνησης που έχει μάθει να ζει με την αναβολή, να βαφτίζει την αδράνεια «μεταρρύθμιση» και να αντιμετωπίζει τις κρίσιμες υποδομές ως πρόβλημα επικοινωνιακής διαχείρισης.
Για χρόνια, η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας και το υπουργείο Υποδομών διαβεβαίωναν ότι τα έργα εκσυγχρονισμού «προχωρούν απρόσκοπτα». Στην πράξη, τα περισσότερα συστήματα παραμένουν απαρχαιωμένα, οι συμβάσεις σέρνονται και το κόστος εκτινάσσεται στους αιθέρες! Το κεντρικό σύστημα ραντάρ ξεκίνησε από τα 27 εκατ. το 2018 και πλησιάζει τα 150 χωρίς να έχει ακόμη υπογραφεί σύμβαση. Οι πομποδέκτες VHF, που τελικά κατέρρευσαν, καθυστέρησαν χρόνια επειδή… δεν είχε εξασφαλιστεί χρηματοδότηση. Για τα συστήματα επικοινωνίας φωνής, που έδειξαν την ευαλωτότητά τους, υπήρχε σύμβαση από το 2019, που έληξε πριν καν εφαρμοστεί. Αυτά δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι πολιτικές αποφάσεις.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο ότι χάθηκαν για ώρες οι επικοινωνίες με εκατοντάδες αεροσκάφη. Δεν είναι μόνο ότι μπορεί να ξανασυμβεί. Είναι ότι το κράτος αιφνιδιάστηκε από μια κατάρρευση για την οποία είχε προειδοποιηθεί. Οι αεροελεγκτές και οι τεχνικοί φώναζαν καιρό. Η απάντηση που λάμβαναν ήταν κατηγορίες για «συνδικαλισμό παλιάς κοπής». Το μοτίβο θυμίζει έντονα όσα αποκαλύφθηκαν με το έγκλημα των Τεμπών: έργα που δεν ολοκληρώνονται, προειδοποιήσεις που παραμερίζονται, ευρωπαϊκές παραπομπές που υποτιμώνται και μια διαρκής προσπάθεια να κλείσει γρήγορα κάθε δυσάρεστος φάκελος.
Και εδώ, η κυβέρνηση της «επιτελικής» ανεπάρκειας πορεύεται με τον ίδιο τρόπο, παρακάμπτοντας τον θεσμικό φορέα διερεύνησης. Ωστόσο, η ασφάλεια δεν βελτιώνεται με γρήγορα πορίσματα, αλλά με σοβαρή διερεύνηση. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ κράτους που μαθαίνει και κράτους που κουκουλώνει.
Η κυβέρνηση μπορεί να παρηγορείται ότι «δεν συνέβη το χειρότερο». Ομως εμείς πετάμε με τα φτερά της αδιαφορίας της για την ανθρώπινη ζωή…
