Η ανακύκλωση, αυτή η κατά τα άλλα «πράσινη» και πολύ επικερδής δραστηριότητα, έχει αποκτήσει στη χώρα μας χαρακτηριστικά μιας αθέατης βιομηχανικής πίσω ζώνης. Οι πυρκαγιές σε εγκαταστάσεις με ανακυκλώσιμα υλικά, σε αποθήκες και μονάδες επεξεργασίας έχουν γίνει σχεδόν ρουτίνα της ελληνικής πραγματικότητας και του ελληνικού καλοκαιριού. Τα τελευταία χρόνια δεκάδες μονάδες ανακύκλωσης σε όλη τη χώρα έχουν μετατραπεί σε «πυριτιδαποθήκες»: περισσότερες από 40 πυρκαγιές σε χώρους ανακύκλωσης μέσα σε 10 χρόνια.
Υλικά συγκεντρώνονται σε τεράστιες ποσότητες, πλαστικά, μέταλλα, εύφλεκτα υπολείμματα, αποθηκευτικοί χώροι χωρίς τις αναγκαίες δικλίδες ασφαλείας. Και γύρω από όλα αυτά, εργαζόμενοι που καλούνται να δουλέψουν σε ένα περιβάλλον όπου το δυστύχημα αντιμετωπίζεται συχνά ως μια πιθανότητα και όχι ως κάτι που πρέπει να αποτραπεί με κάθε τρόπο.
Το ερώτημα δεν μπορεί να είναι μόνο γιατί ξέσπασε η χθεσινή πυρκαγιά στον Ασπρόπυργο, που ανέσυρε μνήμες από το εργοστάσιο της «Βιολάντα», με 11 τραυματίες, 3 εκ των οποίων διασωληνωμένοι. Αυτό οφείλουν να το διερευνήσουν οι αρμόδιες αρχές. Το πολιτικό ζήτημα είναι γιατί μια ολόκληρη κατηγορία εγκαταστάσεων υψηλού κινδύνου εξακολουθεί να λειτουργεί με ένα θολό, αν όχι ανύπαρκτο, καθεστώς ελέγχων, με καταγεγραμμένες ελλείψεις σε μέτρα πυροπροστασίας και χωρίς την αίσθηση ότι η πρόληψη αποτελεί προτεραιότητα. Ειδικά όταν η Πολιτεία γνωρίζει πια πόσο επικίνδυνες είναι αυτές οι εγκαταστάσεις.
Η χθεσινή πυρκαγιά ξέσπασε εκεί όπου το κράτος έχει επιτρέψει να συγκεντρωθούν τα πάντα: μονάδες ανακύκλωσης, αποθήκες, καύσιμα, βιομηχανίες, logistics, εγκαταστάσεις υψηλού κινδύνου. Σε μια ευρύτερη περιοχή, τη δυτική Αττική, με τη μεγαλύτερη περιβαλλοντική επιβάρυνση, όπου ζουν, εργάζονται, αναπνέουν τον πιο βρόμικο αέρα της πρωτεύουσας και μεγαλώνουν τα παιδιά τους χιλιάδες άνθρωποι.
Στη Δυτική Αττική, στον Ασπρόπυργο, στην Ελευσίνα, στη Μάνδρα και στις γύρω περιοχές ανακυκλώνονται η κρατική αδιαφορία και η επιχειρηματική ασυδοσία. Ανακυκλώνονται οι ίδιες διαβεβαιώσεις, οι ίδιες υποσχέσεις για αυστηρότερους ελέγχους. Ανακυκλώνεται πάνω από όλα η πεποίθηση ότι οι κάτοικοι και οι εργαζόμενοι πρέπει να αποδεχθούν τον κίνδυνο ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους.
Το κράτος συμπεριφέρεται διαχρονικά σαν να θεωρεί την ευρύτερη περιοχή μια Αγέλαστο Πέτρα. Όσα δηλώνουν εργατικοί φορείς είναι αποκαλυπτικά και δυστυχώς επαναλαμβανόμενα: ελλιπή μέτρα ασφαλείας και απουσία κρατικών ελέγχων. Αν κάτι ξανακάηκε χθες, αυτό ήταν η ψευδαίσθηση ότι η δυτική Αττική μπορεί να παραμένει μια ζώνη θυσιών για την απρόσκοπτη λειτουργία ενός μοντέλου ανάπτυξης που βάζει την ασφάλεια στο περιθώριο.
