Ατεγκτη και άκαμπτη η γερμανική κυβέρνηση τορπιλίζει εκ προοιμίου την απόπειρα της ελληνικής κυβέρνησης να τα βρει με τους Ευρωπαίους εταίρους. Ο Σόιμπλε, παίζοντας τον ρόλο του «τσάρου» της ευρωπαϊκής –και όχι μόνο της γερμανικής– οικονομίας, επιμένει στη σκληρή γραμμή τής κατά γράμμα εφαρμογής του Μνημονίου και όλων των επαχθών μέτρων που αυτό συνεπάγεται στους κρίσιμους τομείς του φορολογικού, του Ασφαλιστικού και του προϋπολογισμού. Και αυτό την ώρα που η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί έναν έντιμο συμβιβασμό, τηρώντας ωστόσο τις δεσμεύσεις που έχει από την πρόσφατη λαϊκή ετυμηγορία.
Με την επιστολή που η κυβέρνηση ετοιμάζεται να στείλει σήμερα στον πρόεδρο του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, αποδέχεται ουσιαστικά να «δώσει εξετάσεις» το επόμενο εξάμηνο ως προς τη φοροεισπρακτική ικανότητά της αλλά και την ικανότητά της για τη δομική αναμόρφωση του κράτους. Εξακολουθεί βεβαίως να βάζει τις «κόκκινες γραμμές» ως προς μισθούς, συντάξεις, Ασφαλιστικό και εργασιακά. Η επιστολή έχει ως βάση το δεύτερο σχέδιο απόφασης του Ευρωπαίου επιτρόπου Μοσκοβισί με το οποίο ζητείται παράταση έξι μηνών, ώστε να δοθεί χρόνος στη μία και μόνη -μέχρι στιγμής- κυβέρνηση της Αριστεράς στην Ευρώπη να εφαρμόσει την εναλλακτική πρότασή της. Ο Σόιμπλε όμως άλλα πρεσβεύει. Η ήττα του κόμματος Μέρκελ στο Αμβούργο, η αδυναμία της κυβέρνησης Βαλς να περάσει τα σκληρά «μνημονιακά» μέτρα στη Γαλλία, η άνοδος του Podemos στην Ισπανία, η οποία έχει εκλογές στο επόμενο οχτάμηνο, οδηγούν την ηγέτιδα δύναμη της Ευρώπης στην επιμονή της συνέχισης των σκληρών μονεταριστικών πολιτικών.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποδεικνύεται κατώτερη των περιστάσεων και οι υποσχέσεις του προέδρου της Γιούνκερ έπειτα από την εκλογή του, ότι θα διαδραμάτιζε «πολιτικό ρόλο», μετά τη θεαματική αναδίπλωση του επί των οικονομικών Γάλλου επιτρόπου αποτελούν κενό γράμμα.
Τελικά, η Ευρωπαϊκή Ενωση καλείται να αποδείξει ότι δεν θα πουλήσει τα ιδρυτικά της ιδανικά για… δανεικά.
